nail -> όνυξ, νύχι, καρφί, πρόκα, τον καρφώνω, τον χώνω, ξεσκίζω, την φέρνω, γδύνω οικονομικά, ταράζω, σκίζω, αριστεύω, τα πάω τέλεια, πετυχαίνω διάνα, γδέρνω με τα νύχια, ρίχνω ξύλο, κάνω τόπι στο ξύλο, τουλουμιάζω στο ξύλο, κάνω του αλατιού, κατατροπώνω

Offline crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9017
    • Gender:Female
    • krystallia.katsarou
    • crystaurelia
    • krystalliakatsarou
    • 107946586133656839791
    • crystaurelia
nailed -> τον καρφώνω, τον χώνω, ξεσκίζω, την φέρνω, γδύνω οικονομικά, ταράζω, σκίζω, αριστεύω, τα πάω τέλεια, πετυχαίνω διάνα, γδέρνω με τα νύχια, ρίχνω ξύλο, κάνω τόπι στο ξύλο, κάνω του αλατιού, κατατροπώνω, νύχι
   
verb: to penetrate with penis
verb: to screw financially
1. I nailed her 3 times last night.
2. She really nailed me in the divorce settlement, I lost almost everything of value to her lawyer.


To have sex with, especially spontanously and/or with great passion/force.
I nailed her out of the blue last night.

Having completed a task with great accuracy.
"A+! I nailed that test."
or
"I threw the rock and, nailed that guy between the eyes!"


to lose a artificial fingernail in ones ass cave
her nail came off in my ass when she was blowing me; she nailed me

To get beat up; to lose a fight big time.
To get owned.
Did you see that fight? Jason just got NAILED!
http://www.urbandictionary.com/define.php?term=nail
http://www.urbandictionary.com/define.php?term=nailed

nailed it
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=228810.msg426925#msg426925


Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790131
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Ξεφύγανε κάποιες βασικές σημασίες...

όνυξ, νύχι, καρφί, πρόκα, hard as nails νευρώδης, σκληροτράχηλος, άτεγκτος, τραχύς, hit the nail on the head πετυχαίνω διάνα, on the nail αμέσως, tooth and nail με νύχια και με δόντια, λυσσωδώς, ρμ. καρφώνω, (μεταφ.) καθηλώνω, (αργκό)πιάνω, μαγγώνω, συλλαμβάνω, πιάνω, τσακώνω <κάποιον ψευδόμενο>, ανακαλύπτω <σκάνδαλο, σφάλμα>, nail one's colours to the mast υποστηρίζω επίμονα τις απόψεις μου
Penguin Hellenews English-Greek dictionary







 

Search Tools