cop out -> την κάνω, του δίνω, παίρνω των ομματίων μου, την κάνω λαμόγιο, εξαφανίζομαι, δειλιάζω, κομπλάρω, τρώω κόμπλα, αποσύρομαι, γίνομαι Λούης, γίνομαι καπνός, μην το είδατε, την κάνω με ελαφρά, τρώω ήττα, κάνω πίσω από υπόσχεση, τα τινάζω, υπαναχωρώ, χάνω τις αισθήσεις

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816024
    • Gender:Male
  • point d’amour
cop out -> την κάνω, του δίνω, παίρνω των ομματιών μου, την κάνω λαμόγιο, εξαφανίζομαι, δειλιάζω, κομπλάρω, τρώω κόμπλα, αποσύρομαι

A failure to fulfill a commitment or responsibility or to face a difficulty squarely.
A person who fails to fulfill a commitment or responsibility.
An excuse for inaction or evasion.
cop-out: Definition from Answers.com

cop-out   Noun. An excuse, an avoidance of guilt. [Orig. U.S.]
Verb. To withdraw from participation. E.g."Rumour has it that Johnny's copped-out."
A dictionary of slang - "C" - Slang and colloquialisms of the UK.
« Last Edit: 11 Jun, 2014, 23:11:59 by spiros »




 

Search Tools