at an unearthly hour -> μες στα μαύρα μεσάνυχτα, τρελές ώρες, τέτοια ώρα, άγρια ώρα, άγρια μεσάνυχτα, άγρια χαράματα

crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9014
    • Gender:Female
at an unearthly hour -> μες στα μαύρα μεσάνυχτα, τρελές ώρες, τέτοια ώρα

Ridiculously unreasonable or uncustomary; absurd: called me at an unearthly hour.
ridiculous or unreasonable (esp in the phrase unearthly hour)
http://www.thefreedictionary.com/unearthly

unearthly [synonyms]
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=92993




mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Αντίστοιχος όρος είναι και το "wee hours"=άγρια μεσάνυκτα/άγρια χαράματα. Θα πρόσθετα: ώρες που βγαίνουν τα φαντάσματα, αλλόκοτες ώρες.


 

Search Tools