Γιώργος Σεφέρης

wings · 8 · 15459

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71011
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971)

Ποιητικές συλλογές:
«Στροφή», 1931
«Η στέρνα», 1932
«Μυθιστόρημα», 1935
«Γυμνοπαιδία», 1935
«Ημερολόγιο καταστρώματος, Α'», 1940
«Τετράδιο γυμνασμάτων», 1940
«Ημερολόγιο καταστρώματος, Β'», 1944
«Κίχλη», 1947
«Ημερολόγιο καταστρώματος, Γ'», 1955
«Τρία κρυφά ποιήματα», 1966
«Τετράδιο γυμνασμάτων Β'», 1976

Ποιήματα δημοσιευμένα στο Translatum:


« Last Edit: 25 Mar, 2011, 19:01:51 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71011
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
[Από την ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Γιώργος Σεφέρης, Fog

Say it with a ukulele

«Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι...»
γρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχιές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει;  –Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα...

«Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι...»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού 'ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να 'ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ' αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα - ζήτα...

«Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι...»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Από τη συλλογή Στροφή (1931)


Με μεγάλη χαρά και συγκίνηση, για λόγους απόλυτα ευνόητους, αξιώνομαι σήμερα (επιτέλους) να ανοίξω στο Translatum νήμα με ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη.

Ξεκινάμε μ' ένα αγαπημένο μου ποίημα από τα νεανικά του χρόνια (μόλις 24 ετών είναι εδώ ο ποιητής), γραμμένο με ομοιοκαταληξία. Λαμβάνω υπόψη την εποχή που γράφτηκε το ποίημα και την ηλικία του ποιητή και το θεωρώ εξαιρετικό, κυρίως μετά την πρώτη επανάληψη της φράσης «Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι...».

Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε στη δεκαετία του '70 από τον Δήμο Μούτση (δίσκος «Τετραλογία» (1975) σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, Γιώργου Σεφέρη, Κωνσταντίνου Καβάφη και Κώστα Καρυωτάκη) και το τραγούδησε ο Μανώλης Μητσιάς.
« Last Edit: 12 Nov, 2008, 22:14:31 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71011
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
[Από την ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Γιώργος Σεφέρης, Το ύφος μιας μέρας

We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!

EDGAR ALLAN POE


Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο∙
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.

Καινούργια σπίτια, σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία...
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα : συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία∙
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται : αν χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ' ανοίξει; Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού 'ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ' έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξει απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου... κι ο ναύκληρος αξούριστος που 'χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα...
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ' άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

Από τη συλλογή Στροφή (1931)
« Last Edit: 12 Nov, 2008, 22:15:03 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71011
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
[Από την ενότητα Ερωτικός λόγος]

Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη∙
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σα να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ' αστέρια.

»Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους τού βουνού.

... Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...


Από τη συλλογή Στροφή (1931)



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71011
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι' αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.

Κάιρο, 20 Ιουνίου '42

Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β' (1944)


crystal

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female
Γιώργος Σεφέρης, Δεκαέξι χάικου


Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί  
και σβήνει ο ήλιος.
  
Β'  
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;
 
Γ'
Στον κήπο του μουσείου
   
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.
 
Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;
  
Ε'  
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.
  
ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.
  
Ζ'  
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.
  
Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.
  
Θ'
Νέα μοίρα
   
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.
  
Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.
  
ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.
  
ΙΒ'
Άγονος γραμμή
       
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!
  
ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς

Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.
  
ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;
  
ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.
  
ΙΣΤ'  
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.




crystal

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female


Quid πλατανών opacissimus?

Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δέντρο, με πράσινα φύλλα,
ανάσαινες, σαν ένα δέντρο, μέσα στο ήσυχο φως,
μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.
Τα δάχτυλά μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλά σου
κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή
κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.

Κάτω από το πλατάνι, κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες
ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ' αγγίξω ολόκληρη,
ενωμένη με τη σιωπή σου
βλέποντας τον ίσκιο σου να μεγαλώνει και να μικραίνει,
να χάνεται στους άλλους ίσκιους, μέσα στον άλλο
κόσμο που σ' άφηνε και σε κρατούσε.

Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, τη ζήσαμε.
Λυπήσου εκείνους που περιμένουν με τόση υπομονή
χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες κάτω από τα βαριά πλατάνια
κι όσους μονάχοι τους μιλούν σε στέρνες και σε πηγάδια
και πνίγουνται μέσα στους κύκλους της φωνής.
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
            και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ' τα μάρμαρα,
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας.

Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη γαλήνη.

(από τη συλλογή Μυθιστόρημα, ενότητα ΙΕ')




Βίκυ, συγγνώμη, μπερδεύτηκα με τη συλλογή, τις ενότητες και τον τίτλο!!! Επίσης, δεν είναι Trebuchet Brown? :(((
Διόρθωσέ τα, αν μπορείς, εσύ, ορίστε και η πηγή:
http://www.sarantakos.com/seferis/mythistorima.htm


crystal

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female
Γιώργος Σεφέρης, Αφήγηση

!

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν κι αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα

Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν
γυναίκες που γερνούνε δύσκολα
αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών

(Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει
δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
μηχανή μιας απέραντης οδύνης
που κατάντησε να μην έχει σημασία)

Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς
άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
τα πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή

Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ' το τρένο
ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασμένη αυγή

Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτα
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
που να μην το συνηθίσατε
προσκυνώ.

(από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος Α')


 

Search Tools