douche -> όργανο για κολπική πλύση, πλύση καταιονισμού, πλύση κόλπου, καταιονισμός, ντους, καταιονητήρας, σύριγγα, κλυστήρ, προϊόν καθαρισμού για την ευαίσθητη περιοχή, υγρό καθαρισμού για ευαίσθητες περιοχές, αχρείος, βλάκας, βλάκας με περικεφαλαία, βλακόμετρο, βλακόμουτρο, βλαμμένος, γελοίος, ηλίθιος, κρετίνος, λαμόγιο, μαλάκας, πανίβλακας, πανίβλαξ, πανύβλακας, πανύβλαξ, παπάρας, τσογλάνι, τσόγλανος, κάνω βλακείες, κάνω ηλιθιότητες, συμπεριφέρομαι γελοία, γίνομαι ρεντίκολο, γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών

crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female
douche -> ηλίθιος, βλάκας, βλαμμένος, γελοίος, παπάρας, κάνω βλακείες, κάνω ηλιθιότητες, συμπεριφέρομαι γελοία, γίνομαι ρεντίκολο, γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών, προϊόν καθαρισμού για την ευαίσθητη περιοχή, υγρό καθαρισμού για ευαίσθητες περιοχές

Literal - A liquid concoction used for sanitizing and cleaning the female nether regions.

Actual - (Adj) A person who is a waste of oxygen; an idiot. Also used to describe a male / female (N) that won't let you run your game. To act in a ridiculous manner; embarassing (V)
That beaatch is a "douche", yo. Tell her to step or catch five quick ones!
My boy was "douchin'" out hard last night! They had to carry his ass out the J-Kwon show.
That kid is real "douchey". Keep him out the crib.
His name is Rich, but we all call him "The Douche".


Pronounced "doosh"
http://www.urbandictionary.com/define.php?term=douche

douchebag -> ηλίθιος, βλάκας, βλαμμένος, γελοίος, κρετίνος, αχρείος, παπάρας, λαμόγιο
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=237745.0#ixzz1mIxD5xF6



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812600
    • Gender:Male
  • point d’amour
douche
πλύση καταιονισμού μέρους σώματος, οργάνου ή κοιλότητας <για υγιεινή, θεραπεία>, πλύση κόλπου, καταιονισμός, ντους, καταιονητήρας, σύριγγα, κλυστήρ, cold douche (κν). δυσάρεστη έκπληξη, απογοήτευση, ψυχρολουσία
Penguin Hellenews English-Greek dictionary  

A douche  /ˈduːʃ/ is a device used to introduce a stream of water into the body for medical or hygienic reasons, or the stream of water itself.

Douche usually refers to vaginal irrigation, the rinsing of the vagina, but it can also refer to the rinsing of any body cavity. A douche bag is a piece of equipment for douching—a bag for holding the fluid used in douching. To avoid transferring intestinal bacteria into the vagina, the same bag must not be used for an enema and a vaginal douche.
https://en.wikipedia.org/wiki/Douche

A jet or current of water or vapour directed upon some part of the body to benefit it medicinally (especially in reference to vaginal irrigation.)
Something that produces the jet or current in the previous sense.
A syringe used for that process.
(pejorative) A douche bag.
https://en.wiktionary.org/wiki/douche

κλύσμα το [klízma] Ο49 : η πλύση των εντέρων που γίνεται με τη διοχέτευση υγρού από τον πρωκτό· υποκλυσμός. || η ειδική συσκευή με την οποία γίνεται το κλύσμα.
[λόγ. < αρχ. κλύσμα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη



dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2015
βλακόμετροβλακόμουτρο, πανύβλακας, πανίβλακας, παλιοβλάκας, αρχίβλακας, βλάκας με περικεφαλαία, πανύβλαξ , πανίβλαξ

βλακόμετρο το [vlakómetro] Ο41 : (οικ.) αυτός που είναι υπερβολικά βλάκας
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF&dq=

βλακόμουτρο το [vlakómutro] Ο41 : (οικ.) 1. βλάκας. 2. αυτός που έχει πρόσωπο, όψη βλάκα.
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%81%CE%BF&dq=
   
sacré imbécile -> παλιοβλάκας, πανίβλακας, αρχίβλακας, βλάκας με περικεφαλαία
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=223882.0#ixzz1mMVUtJW7

πανίβλακας / πανύβλακας / πανύβλαξ / πανίβλαξ
Ο πάρα πολύ βλάκας, ο εντελώς τελείως.
http://www.slang.gr/lemma/show/paniblakas___panublakas___panublaks___paniblaks_16298


 

Search Tools