τάληρο ή τάλιρο; -> τάλιρο (καθαρεύουσα: τάλληρον)

Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80229
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Τάλιρο
«Thal (και πιο απλοποιημένα πλέον Tal) σημαίνει κοιλάδα στα γερμανικά. Σε μιαν κοιλάδα, την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα ανήκει στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal, υπήρχε ασήμι από το οποίο έκοψαν το 1519 αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα ονόμασαν, όχι ιδιαίτερα ευφάνταστα, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν προφανώς επιτυχία, και η συγκεκομμένη λέξη thaler αφομοιώθηκε και από τις άλλες γερμανικές διαλέκτους. Πέρασε τα γερμανικά σύνορα και έφτασε στην Ιταλία, ως tállero, από την οποία προέκυψε και η ελληνική τάληρο.»
Τελικά πώς γράφεται;
« Last Edit: 09 Aug, 2008, 19:54:15 by wings »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 67772
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
ΛΚΝ

τάλιρο το [táliro] O41 : 1. κέρμα των πέντε δραχμών: Mια μαστίχα κάνει τρία τάλιρα, δεκαπέντε δραχμές. || (επέκτ., προφ.) ποσό των πέντε χιλιάδων ή εκατομμυρίων. 2. (πληθ., λαϊκ., παρωχ.) χρήματα, πλούτος· τάλα ρα.  ταλιράκι το YΠOKOP για να υπογραμμίσουμε τη μικρή του αξία: Δώσ΄ μου ένα ~.  [λόγ. επίδρ. (ορθογρ. δαν.: α > η > ι) στο λαϊκό τάλαρο < βεν. talaro < γερμ. Taler σύντμ. του Joachimstaler `νόμισμα που κατασκευαζόταν στο Joachimsthal΄]


Συμφωνεί το ΜΕΛ που προτείνει και το «τάλαρο» και δίνει ως καθαρευουσιάνικη εκδοχή της λέξης το «τάλληρον».

Μέγα Λεξικό ΠΑΠΥΡΟΣ

τάληρο
και τάλληρο και τάλιρο και τάλ- (λ)αρο, το, Ν· 1. μεταλλικό κέρμα που αντιστοιχεί σε πέντε δραχμές, πεντάδραχμο· 2. (γενικά) νόμισμα διαφόρων χωρών που αντιστοιχεί σε πέντε νομισματικές μονάδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. Tallero < γερμ. thaler < Joachimsthal, περιοχή τής Γερμανίας από τον άργυρο τής οποίας ήταν κατασκευασμένο το νόμισμα αυτό όταν κόπηκε για πρώτη φορά εκεί το 1519. Ο τ. τάλαρο με αφομοίωση τού -ι- σε -α-].


Το Λεξικό Κριαρά λημματογραφεί μόνο στο τάλιρο και παραπέμπει επίσης στο τάλαρο.

Τέλος, το ΛΝΕΓ (Μπαμπινιώτης, Β' έκδοση, Β' ανατύπωση) λημματογραφεί στο τάλιρο και αναφέρει το τάλληρο παραπέμποντας στο λήμμα τάλιρο.

Θα πρέπει, λοιπόν, να συμφωνήσουμε στη γραφή με γιώτα, ενώ η προηγούμενη προέβλεπε δύο λάμδα και ήτα.



Offline Φειδίας

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Male
  • Ἀγαπῶ τὴν γλῶσσα μου, χρησιμοποιῶ πολυτονικό.
    • Σελίδες Πατριδογνωσίας
Στὰ ἑλληνικὰ γραφόταν «τάλληρο», καὶ ὑπῆρχε λόγος γι᾿ αὐτό. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε λόγος γι᾿ αὐτό, πάντως ἔτσι γραφόταν. Καὶ ἀφοῦ ἔτσι γραφόταν, δὲν ὑπάρχει λόγος γιὰ νὰ τὸ ἀλλάξουμε.

(Καὶ τὸ ὅτι κάποιοι ἀποφάσισαν ὅτι τὰ λεξιδάνεια πρέπει νὰ γράφονται μὲ τὸν ἁπλούστερο δυνατὸ τρόπο, δὲν εἶναι λόγος ἀλλαγῆς, διότι τὶς λέξεις τὶς γράφουμε ὅπως ἔχει καθιερωθεῖ νὰ τὶς γράφουμε, ὄχι ὅπως ἀποφασίζουν αὐθαιρέτως κάποιοι. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἁπλουστευτικὴ γραφὴ τῶν λεξιδανείων εἶναι ἀπόφασις αὐθαίρετη, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ εἰσαγάγῃ τὴν φωνητικὴ γραφὴ ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδηγία τῆς ἁπλουστευτικῆς γραφῆς τῶν λεξιδανείων (ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε), καὶ πάλι αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ παρὰ γιὰ τὰ νέα λεξιδάνεια. Διότι τὰ παλαιὰ εἶναι πλέον ἑλληνικὲς λέξεις μὲ ἱστορικὴ ὀρθογραφία (στὰ ἑλληνικά), ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνεται σεβαστή. Δεκαετίες ὁλόκληρες γράφαμε τὸ τραῖνο «τραῖνο», καὶ κάποιοι ἀνόητοι ἀπεφάσισαν νὰ τὸ κάνουν «τρένο». Μά, ταλαίπωρε, δὲν εἰσάγεις στὰ ἑλληνικὰ τὴν ξένη λέξι «train» γράφοντάς την «τρένο» (ἐξ ἀρχῆς)· ἀπαλείφεις, ἀντιθέτως, τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία τῆς ἐπὶ δεκαετίες καθιερωμένης ἑλληνικῆς λέξεως «τραῖνο», κάνοντάς την «τρένο»! (Χώρια ποὺ καὶ τώρα ἐὰν γιὰ πρώτη φορὰ εἰσαγάγαμε τὴν λέξι «train», δὲν θὰ ὑπῆρχε κανένας λόγος νὰ μὴν τὴν γράψουμε «τραῖνο»· ἀλλὰ εἴπαμε· ἀκόμη κι ἔτσι.)

Μὲ δυὸ λόγια. Κάθε συλλέκτης γνωρίζει ὅτι τὸ τάλληρο εἶναι τὸ ἐντυπωσιακό, βαρὺ νόμισμα· νὰ τὸ πιάνῃς καὶ νὰ γεμίζῃ τὸ χέρι σου (σὰν τὰ κατοστάρικα μὲ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ τὰ πενηντάρικα μὲ τὸν Σόλωνα). Ἦρθε τὸ ΔΝΤ καὶ μᾶς τὰ ἔκανε τάλιρα· μᾶς ἔκοψε τὸ λάμδα καὶ μᾶς ἄφησε μὲ ἕνα φτενὸ ἰῶτα· τσίγκινες δεκάρες κατήντησαν τὰ βαριὰ τάλληρα...
«αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα»
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Κρατύλος - Πολυτονικό


 

Search Tools