weak-willed -> άβουλος, αμφιρρέπων, αμφιταλαντευόμενος, αναποφάσιστος, άτολμος, διστακτικός, ευπειθής, λιπόψυχος, πειθήνιος, που τον τουμπάρεις εύκολα, στερούμενος αποφασιστικότητας, υποτακτικός, χειρίσιμος, χωρίς βούληση, χωρίς τσαγανό

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812536
    • Gender:Male
  • point d’amour
weak-willed -> στερούμενος αποφασιστικότητας, αναποφάσιστος, διστακτικός, αμφιταλαντευόμενος, αμφιρρέπων, χειρίσιμος, που τον τουμπάρεις εύκολα

weak-willed (comparative more weak-willed, superlative most weak-willed)
easily swayed
weak-willed - Wiktionary

synonyms:
irresolute, spineless, weak, weak-minded, impressionable, indecisive, doubtful, unassertive, persuadable, persuasible, submissive, compliant, pusillanimous, weak-kneed
« Last Edit: 17 Feb, 2020, 11:34:13 by spiros »


 

Search Tools