three-piece suit -> κουστούμι τρουά πιες, κοστούμι τρουά πιες, κοστούμι με γιλέκο, κουστούμι με γιλέκο, κοστούμι, κουστούμι

spiros · 5 · 3148

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812080
    • Gender:Male
  • point d’amour
three-piece suit -> κοστούμι, κουστούμι, κουστούμι τρουά πιες, κοστούμι τρουά πιες

κουστούμι το [kustúmi] & κοστούμι το [kostúmi] Ο44 : 1. αντρικό συνήθ. ένδυμα που αποτελείται από παντελόνι, σακάκι και συχνά γιλέκο, φτιαγμένα όλα από το ίδιο ύφασμα: Kαθημερινό / καλό / σπορ κοστούμι. Γαμπριάτικο κοστούμι. Ύφασμα για κοστούμι. || ενδυματολογικό σύνολο από δύο ή περισσότερα κομμάτια τα οποία συνδυάζονται μεταξύ τους: Παιδικό κουστούμι. κοστούμι του μπάνιου. H μπλούζα και η φούστα είναι κοστούμι. 2. ενδυμασία που ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη εποχή: Aποκριάτικο κοστούμι. Σκηνικά και κοστούμια, για το θέατρο. Θεατρικό κοστούμι. 3. (λαϊκ.) λογαριασμός σε κέντρο διασκέδασης, σε κατάστημα κτλ.: Nα δούμε τι κοστούμι θα μας κόψει, πόσα χρήματα θα πληρώσουμε. Πόσο είναι το κοστούμι; κουστουμάκι το YΠΟKΟΡ.
[κουστ-: ιταλ. costum(e) -ι (στις σημ. 1, 2) ( [o > u] από επίδρ. του υπερ. [k] ) (διαφ. το μσν. κουστούμι `συνήθεια΄ από παλ. σημ. της ιταλ. λ.)• κοστ-: λόγ. επίδρ. κατά την ετυμ. της λ.]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 16 Mar, 2012, 15:40:14 by spiros »




Thomas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2916
    • Gender:Male
  • Άκουγε πάντα τους άλλους. Όλο και κάτι θα μάθεις




 

Search Tools