piquer un fard -> αναψοκοκκινίζω, κοκκινίζω, φλογίζομαι, φουντώνω, ανάβω, ξανάβω

Offline Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80229
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
piquer un fard -> αναψοκοκκινίζω

Source: Magenta
« Last Edit: 24 Jan, 2014, 12:16:58 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Offline Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80229
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
κοκκινίζω
piquer un fard - Wiktionnaire

http://www.expressio.fr/expressions/piquer-un-fard.php

[κοκκινίζω από έξαψη (από ενθουσιασμό, θυμό κτλ.)]
αναψοκοκκινίζω: αναψοκοκκίνισε όταν τον είπα ψεύτη, αλλά δεν έβγαλε μιλιά να το αρνηθεί
φλογίζομαι: φλογίστηκαν τα μάγουλά της από την ντροπή
φουντώνω
[για κοκκίνισμα από διέγερση που την έχει προκαλέσει θυμός, επιθυμία για κάτι ή το πιοτό, το τρέξιμο κτλ.]
ξανάβω: πώς ξάναψες έτσι; Σταμάτα να πίνεις
ανάβω: άναψε από οργή
Communicate. Explore potentials. Find solutions.



 

Search Tools