Go to full version
Resources, Technical Assistance and Technology News > Member Glossaries
Μικρό γλωσσάρι διαλέκτου Κέρκυρας
(1/1)
vmelas:
Με αφορμή τουτο το νήμα, έψαξα και βρήκα ένα μικρό γλωσσάρι της Κερκυραϊκής διαλέκτου. Πηγή: Ιστοσελίδα Ιονίων Νήσων. Το επισυνάπτω κιόλας σε μορφή DOC σε περίπτωση που η δικτυακή του έκδοση χαθεί κάποτε (όπως έχουμε θρηνήσει άλλες παρόμοιες σελίδες).

άκλεροςκακομοίρης, χωρίς ιδιοκτησίααλιμάνκουτουλάχιστοναμιάλοιπόν, πάντωςαμολέρνω, απολέρνωελευθερώνω, χαλαρώνωαμπονόραενωρίς, από νωρίςαναράϊδαη νεράϊδα, το εξωτικόαναριτσιαίνω, αναριτσιένωανατριχιάζωαπελώ, πελώπετάωαπέρτοανοικτό, ανοικτός χώροςαπιθώνωακουμπώ, τοποθετώαπίκουπαανάποδα, χρησιμοποιείται κυρίως για σκεύη κουζίναςαπούφουτελειώνω, φεύγωαριβάρωφτάνωαρμάριτο ντουλάπιασκώνομαισηκώνομαιάστασηκώσου, σήκωαστάκικαλαμπόκιάχαροςο κακομοίρηςβέσταφόρεμαβιάτζοδιαδρομήβουρλίζομαιτρελαίνομαιγατσουλίνιγατάκιγκόνωχορταίνω απότομαγοδέρωδοκιμάζω, απολαμβάνω, χαίρομαιγουλίχαλίκιγούλοςπέτραγράβαλος, γράβαλοη τσουγκράναδείλιαεξάντληση από κούραση, πείνα, λειγούραδεσπέτοπείσμαέτηνενάτηέτονάτοέτονενάτοςζάμπαφρύνος, βάτραχος, χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει τον άσχημο άνθρωποιμπένιοέννοιαιντερέσοκέρδος, ενδιαφέρονισόματέλος πάντωνκάζοσυμβάν, λαχτάρακαναλέτοαποχετευτικός αγωγός, σωλήνας, ο υπόνομοςκατοικιάκαλύβα στα μακρινά χτήματακεντρωμάδαη κεντρωμένη ελιάκογιονάρωκοροϊδεύωκολόμπαελιά γέρικηκόρλακας, κάρλακαςβάτραχοςκουτσέλι, κουλούκισκυλάκι, κουτάβικοφίνιτο καλάθικραμπίλάχανοκρένωαπαντώλαμπάντεδιαυγής, αθώοςλάταο τενεκέςλιμοκοντόροςο πεινασμένος πού περνιέται γιά ότι είναι σπουδαίος, ο άφραγκοςλιμπρέτομισόκλειστα πατζούριαμανέστρατά ζυμαρικά, αλλά και η σούπα με ζυμαρικάμάντολεςκαραμελωμένα αμύγδαλαμαρέντατο κολατσιόμαρκάντεςο έμποροςμαρκάςαγορά, έτσι ονομαζόταν η κεντρική αγορά που υπήρχε στο παλιό λιμάνι στην περιοχή σπηλιά και καταστράφηκε από βομβαρδισμούςμαστέλομεγάλη μεταλλική κυλινδρική σκάφη πλυσίματος που χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές για να πλένουν τα ρούχαμίκανοςμανιτάριμίναυπόγεια σύραγγα (στην πόλη της κέρκυρας είχαν κατασκευαστεί για να ενώνουν τα φρούρια μεταξύ τους)μιτζιβίρηςο τσιγκούνηςμιτσόμικρό, χρησιμοποιείται εννοώντας και το μικρό παιδίμόμολα, μόμολοςπίθηκοςμορόζοςο αγαπημένος, εραστής, αγαπητικός (συνήθως παράνομου δεσμού)μόστακαςακρίδαμπαλαούστροκουπαστή της σκάλαςμπανιερόμαγιόμπερτουέλεςμεντεσέδεςμποκολέτεςσκουλαρίκιαμπομπόλοιτα σαλιγκάριαμπότηςστάμνα με στενό άνοιγμαμπουκαλέτο, μπουκαλίναη γυάλινη κανάταμπουρνέλαδαμάσκηνομπουτσούνιένα κομματάκι, λίγομπριχούπροτούμπροστομούνι, μπροστομούναη ποδιάναίσκεναινέσπολα, νόσπολατο μούσμουλονιάκαούτενιοράντεςφιγουρατζής, επιδεικτικός, ψωροπερήφανοςνογάωκαταλαβαίνωνόνναγιαγιάνούνανονάντελέγκουαμέσωςντένωμπλέκομαι, μπερδεύομαιξέσταμεγάλο πήλινο δοχείο αποθήκευσηςόθεόπουόναισκεόχιοριάμέτροπαρτσινέβελοςτο αφεντικό, ο νοικοκύρηςπαστρεύωκαθαρίζωπαυλοσουκιάη φραγκοσυκιάπερατζάδαβόλτα, περίπατοςπεργουλιάη κληματαριάπετεγολέτσικουτσομπολιόπόβεροςφτωχόςποδένομαιβάζω τα παπούτσιαποδέσουβάλε τα παπούτσια σουπομιντόρο, κομιντόροη ντομάταπόντακρύοποντάρωσυναχώνομαιποντίγιο, ποντήλιοτο πείσμαπορτόνικαγκελόπορτα, εξωτερική πόρτα αυλήςπρεμούραβιασύνη, εξαναγκασμόςπροβατώπερπατώπροκάνωπρολαβαίνωρεντίκολορεζίλι, γελείοςσεστάδοσωστά τοποθετημένο, ταχτοποιημένοσέστονοικοκύρεμα (τρόπος)σιάδιεπίπεδο μέροςσίκλος, σίσκλοςο κουβάς, συνήθως είναι μεταλλικός και χρησιμοποιείται για την άντληση νερού από πηγάδισκαμνιά, σκαμυνιάμουριάσκαρτσούνιαοι κάλτσεςσκαφόνι, σκαφώνιμεγαλο ξύλινο βαρέλισκουτίρούχοσούγοη σάλτσα, το ζουμί του φαγητούσυφταίνωαξιώνομαι, καταφέρνωσφαλάγκιη αράχνησφαλαγκονιάο ιστός τής αράχνηςσφάλι, σφαλίπώμα, σκέπασμασφαλιάλόγγος, τσουκνίδεςσφαλίζωκλείνω καλά, ερμητικάσωφεγκιάζωδοκιμάζω στη γεύση, ανοίγω μία νέα συσκευασίατζίαη θείατζίοςο θείοςτζόγιαχαρά, χρησιμοποιείται ως χαϊδευτικό "τζόγια μου"τότσοτόσο λίγοτρίβουλοτο ψίχουλοτσαμένοςκαϋμένοςτσαντσαμίνιγιασεμίτσάτσαη θείατσερβέλοτο κεφάλι, το μυαλότσοπαίνωσιωπώτσούτσαπιπίλα, χρησιμοποιείται μεταφορικά για την κατανάλωση αλκοόλφαλιραμέντοχρεοκοπίαφανέστρατο παράθυροφελάωαξίζω, έχω προσόνταφορτίκιγαϊδούριφόσατάφρος (κόντρα φόσα ονομάζεται η τάφρος στην είσοδο του παλαιού φρουρίου)φρατέλοαδελφόςφροκάλιη σκούπα, συνήθως ήταν χειροποίητη από ξερά κλαδιάχαλεύωζητάω, ψάχνωχιμονικόκαρπούζιχόλεμαθυμόςχολεύομαινευριάζω, θυμώνωψυχρώνομαισυναχώνομαιωγνίστραη γωνιά μέ τήν φωτιά, το τζάκι
spiros:
http://www.translatum.gr/dictionary/dialects-greek.htm
vmelas:

--- Quote from: spiros on 02 Sep, 2008, 13:52:57 ---http://www.translatum.gr/dictionary/dialects-greek.htm

--- End quote ---

Muchas gracias caro Spiro! :)

(Στη λίστα αυτή έχεις βάλει και το καλό γλωσσάρι (τί γλωσσάρι δηλαδή με 5 χιλιάδες όρους λεξικό θα το έλεγα :) .. ) της διαλέκτου .. Εύγε νέε μου! :)
spiros:
¡No hay de qué!
iogo:
Μια μικρούλα διόρθωση στο γλωσσάρι των 5.000 λέξεων. Λέει, «Ιμπάντο (το): Εγκατάλειψη (Ital.Abbandonare)». Η ετυμολογία είναι διαφορετική:

in bando, inbando
4. Nel linguaggio di marina (in questo senso, dalla locuz. del fr. ant. a bandon «alla mercé»: cfr. abbandonare), si dice che un cavo è in bando quando è allentato e sciolto; mollare o lasciare un cavo in b., abbandonarlo completamente; fig., lasciare o mollare in b. qualcosa, abbandonare un oggetto dove e come si trova, o sospendere un lavoro senza più curarsene (v. anche imbando).
Bando in Vocabolario – Treccani
Navigation
Message Index