αιφνιδιαστικός - αιφνίδιος

wings · 1 · 1351

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70679
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Αιφνιδιαστικός – αιφνίδιος

Αιφνιδιαστικός είναι αυτός που γίνεται με πρόθεση να αιφνιδιάσει. Η λέξη παράγεται από το μεσαιωνικό ρήμα αιφνιδιάζω (< επίθ. αιφνίδιος, -ον). π.χ. ο γενικός γραμματέας πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στις υπηρεσίες της αρμοδιότητάς του.

Αιφνίδιος [επίθ. της αρχαίας < χρον. επίρρ. αίφνης = ξαφνικά] είναι ο ξαφνικός, ο απρόβλεπτος. Αντώνυμα: προγραμματισμένος, αναμενόμενος. π.χ. λόγω της αιφνίδιας διακοπής του ρεύματος ματαιώθηκε η συναυλία.

Πηγή: http://www.asprilexi.com/lexeis_sub.asp?id=26&range=1



 

Search Tools