Author Topic: bêler -> βελάζω, κάνω μπε  (Read 979 times)

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 80230
  • Gender: Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
bêler -> βελάζω, κάνω μπε
« on: 14 May, 2012, 17:48:22 »
bêler -> βελάζω

Source: Magenta
« Last Edit: 14 May, 2012, 18:22:32 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 660062
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
bêler -> βελάζω, κάνω μπε
« Reply #1 on: 14 May, 2012, 18:33:01 »
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βελάζω [velázo] Ρ2.2α : (για πρόβατα και κατσίκες) βγάζω φωνή: Tα πρόβατα έβγαιναν από τη στάνη βελάζοντας.
[μσν. βελάζω < ελνστ. ή αρχ. *βελ(ῶ) (πρβ. ελλην. διαλεκτ. νότιας Ιταλίας βελώ) μεταπλ. -άζω με βάση το συνοπτ. θ. βελασ- (ηχομιμ., προφ. [be-] ), σύγκρ. αρχ. βληχή (προφ. [blε:] ) για τη φωνή των προβάτων]

[Λεξικό Κριαρά]
βελάζω. Βελάζω· (εδώ) βρυχιέμαι, μουγγρίζω (πβ. Καραν., λ. ‑djω 1): το λιοντάρι τ’ άγριον στα δάση όταν βελάζει (Σουμμ., Παστ. φίδ. Α´ [211]). [λ. ηχοπ. Η λ. και σήμ.]