cornéen -> κερατοειδικός, κερατοειδική, κερατοειδικό, του κερατοειδούς χιτώνα

Offline Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
cornéen -> ο του κερατοειδούς χιτώνα

Source: Magenta
« Last Edit: 13 Jan, 2013, 00:57:36 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 791012
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
κερατοειδικός -κερατοειδική -κερατοειδικό (επίθετο) αυτός που έχει σχέση, ανήκει ή αναφέρεται στον κερατοειδή: "κερατοειδικό έλκος".
Κερατοειδικός - Live-Pedia.gr



 

Search Tools