Author Topic: κεχρημένος -> having suffered, having consulted an oracle, having needed, having experienced, having used, etc.  (Read 1597 times)

ChaceofSpades

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 112
  • Gender: Male
  • ΕΙΜΙ ΚΡΙΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣ
    • ChaceNelson.com
Ευχαριστώ.
« Last Edit: 06 Oct, 2008, 07:37:17 by billberg23 »
ΗΤΑΝΗΕΠΙΤΑΣ


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 684095
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: κεχρημένους
« Reply #1 on: 06 Oct, 2008, 02:12:04 »
From the verb χράω (κεχρημένους is plural, the singular is κεχρημένος):

χράω (B). A. FORMS: contr. χρῇ S.El.35, Ion. χρᾷ Hdt.1.62(also Luc.DMort.3.2); inf. χρᾶν Hdt.8.135 (also Luc.Alex.19); Ion. part. χρέων h.Ap.253, fem. χρέωσα Hdt.7.111; Ep. χρείων Od.8.79, h.Ap. 396: impf. ἔχραον Pi.O.7.92 (v.l. ἔχρεον), A.R.2.454; 3sg. ἔχρη Tyrt.3.3, Hermesian.7.89, (ἐξ-) S.OC87: fut. χρήσω h.Ap.132, Hdt.1.19, A.Ag.1083: aor. ἔχρησα Hdt.4.156, etc.:—
Pass., aor. ἐχρήσθην Id.1.49, etc.: pf. κέχρησμαι (v.l. κέχρημαι) Id.4.164, 7.141: plpf. ἐκέχρηστο (v.l. ἐκέχρητο) Id.2.147, 151, 3.64, etc.:—
Med., χρῶμαι Th.1.126, etc., Ion. χρέομαι Hdt., inf. χρέεσθαι 1.157 (χρᾶσθαι ib.172); part. χρεώμενος 4.151: impf. 3pl. ἐχρέωντο (v.l. ἐχρέοντο) 4.157, 5.82: fut. χρήσομαι Od.10.492, etc.

I. in Act. of the gods and their oracles, proclaim, abs., χρείων μυθήσατο Φοῖβος 8.79: χρείων ἐκ δάφνης γυάλων ὕπο Παρνησοῖο h.Ap.396: c. acc. rei, χρήσω ἀνθρώποισι Διὸς βουλήν ib.132, cf. Thgn.807, Pi.l.c., Plot.2.9.9; ἡ Πυθίη οἱ χρᾷ τάδε Hdt.1.55, cf. 4.155; χρῆσεν οἰκιστῆρα Βάττον proclaimed him the colonizer, Pi.P.4.6; also in Trag., ὁ χρήσας A. Eu.798; χρήσειν ἔοικεν ἀμφὶ τῶν αὑτῆς κακῶν Id.Ag.1083; χρῇ μοι τοιαῦθ' ὁ Φοῖβος S.El.35; σοὶ δ' οὐκ ἔχρησεν οὐδέν E.Hec.1268; χ. φόνον Id.El.1267: also c. acc. cogn., χ. χρησμόν Id.Ph.409; ὑμνῳδίαν Id.Ion681 (lyr.): c. inf., warn or direct by oracle, ἔχρησας ὥστε τὸν ξένον μητροκτονεῖν A.Eu.202; without ὥστε, ib.203; χρήσαντ' ἐμοὶ ..ἐκτὸς αἰτίας κακῆς εἶναι that I should be .., Id.Ch.1030; c. inf. aor., Ar. V.159: rare in Att. Prose, τάδε ὁ Ἀπόλλων ἔχρησεν IG12.80.10; τὸν Ἀπόλλω ταύτην τὴν γῆν χρῆσαι οἰκεῖν Th.2.102; τοῦ θεοῦ χρήσαντος Id.5.32, cf. Lycurg.99; ἔχρησεν ὁ θεός SIG1044.5 (Halic., iv/iii B. C.); ὁ θεὸς ἔχρησε IG42(1).122.78 (Epid., iv B. C.).

II. Pass., to be declared, proclaimed by an oracle, τίς οὖν ἐχρήσθη; E.Ion792; mostly of the oracle delivered, τὰ ἐκ Δελφῶν οὕτω τῷ Κροίσῳ ἐχρήσθη Hdt.1.49; τὰ χρηστήρια ταῦτά σφι ἐχρήσθη Id.9.94; ἠπίως χρησθῆναι Id.7.143; τὸ χρησθέν, τὰ χρησθέντα, the response, Id.1.63, 7.178; ἐν Πυθῶνι χρησθὲν παλαίφατον Pi.O.2.39; πεύθου τὰ χρησθέντ' S.OT 604; χρησθὲν αὐτῷ ἐν Νεμέᾳ τοῦτο παθεῖν since it was foretold him by an oracle that ..Th.3.96; ἃ τοῦδ' ἐχρήσθη σώματος which were declared about it, S.OC355; τὸν κεχρησμένον θάνατον Hdt.4.164 (-χρημ- codd.); τοῦ κακοῦ τοῦ κεχρησμένου Id.7.141 (v.l. -χρημ-): impers., c. inf., καί σφι ἐχρήσθη ἀνέμοισι εὔχεσθαι ib.178: c. acc. et inf., ἐκέχρηστό σφι ..τοῦτον βασιλεύσειν Id.2.147; c. inf. aor., Id.7.220.

III. Med., of the person to whom the response is given, consult a god or oracle, c. dat., ψυχῇ χρησόμενος Θηβαίου Τειρεσίαο Od.10.492,565; χ. θεῷ, χρηστηρίοισι, μαντηί̈ῳ, Hdt.1.47, 53, 157; τῷ θεῷ Aeschin.3.124; χ. μάντεσι Μούσαις Ar.Av.724 (anap.), cf. Pl. Lg.686a; ὅσοι μαντικὴν νομίζοντες οἰωνοῖς χρῶνται X.Mem.1.1.3; χ. χρηστηρίῳ εἰ ..inquire at the oracle whether .., Hdt.3.57: abs., ὑπέρβη λάϊνον οὐδὸν χρησόμενος Od.8.81, cf. h.Ap.252, 292; ἀπέστειλε ἄλλους χρησομένους Hdt.1.46; οἱ χρώμενοι the consulters, E.Ph.957; χρωμένῳ ἐν Δελφοῖς Th.1.126; also χ. περὶ τοῦ πολέμου Hdt.7.220, cf. 1.85, 4.150,155, etc.; κεχρημένος having inquired of an oracle, Arist.Rh.1398b33: c. inf., σωφρονεῖν κεχρημένον being divinely warned to be temperate, A.Pers.829, cf. Marcellin.Vit. Thuc.6: later simply, receive a divine revelation, Plot.5.3.14.—
Hom. has the word in this sense only in Od.: the Act. only in pres. part. χρείων (fut. χρήσω h.Ap.132): the Med. only in part. fut. χρησόμενος.

B. furnish with a thing, in which sense the pres. was κίχρημι, D.53.12, Plu.Pomp.29; Cret. 3sg. κίγχρητι Inscr.Cret.1 xxiii 3 (Phaestus, ii B. C.); Delph. 3sg. pres. subj. κιχρῇ Schwyzer 324.17 (iv B. C.): aor. χρέη ib.13; pres. part. κιχρέντε ib.adn. (rarely χρηννύναι, χρηννύω, Thphr.Char.5.10, 10.13: Med., χρηννυόμεθα PCair.Zen. 304.4 (iii B. C.)): fut. χρήσω Hdt.3.58: aor. ἔχρησα ibid., 6.89, Ar. Th.219, X.Mem.3.11.18, Lys.19.24, IG12.108.16, etc. (3sg. written ἔκχρησεν IG12(3).1350.4 (Thera)); imper. χρῆσον Ar.Ra.1159, Pl. Com.205: pf. κέχρηκα Men.461, 598, Plb.29.21.6 ( = D.S.31.10): plpf. ἐκεχρήκει App.BC2.29:—
Pass., pf. κέχρημαι (δια-) D.27.11:—
Med., pres. κίχρᾰμαι Plu.2.534b; inf. κίχρασθαι Thphr.Char.30.20: impf. ἐκιχράμην AP9.584.10: aor. ἐχρησάμην, imper. χρῆσαι E.El.191 (lyr.), etc.:—
furnish the use of a thing, i.e. lend, usu. in a friendly way, δανείζω being the word applied to usurers (but χ. = δανείζω in Antipho Soph.54), ll. cc.; οὐ δεδωκώς, ἀλλὰ χρήσας Arist.EN1162b33, cf. LXX Ex.11.3; ἡ πειρατικὴ δύναμις χρήσασα ταῖς βασιλικαῖς ὑπηρεσίαις ἑαυτήν Plu.Pomp.24; χ. τὴν ἑαυτοῦ σχολήν τισι Id.Phil. 13; χ. τὰν χέρα, in the formula of manumission, IG9(1).189, 194 (Tithora):—
Med., borrow, τι E.El.191 (lyr.), Thphr.Char.30.20: abs., χρησαμένη γὰρ ἔνησα καὶ οὐκ ἔχω ἀνταποδοῦναι Batr.186; πόδας χρήσας, ὄμματα χρησάμενος having lent feet and borrowed eyes, of a blind man carrying a lame one, AP9.13 (Pl.Jun.), cf. Pl.Demod. 384b, 384c.

II. = χρηματίζω 111, τοῦ χρέοντος γραμματέως CIG2562.18 (s. v. l., Hierapytna).

C. Med. χράομαι, Att. χρῶμαι, χρῇ prob. in Pl.Hp.Mi.369a, χρῆται Ar.V.1028 (anap.), etc. (also Trag., A.Ag.953), χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται, And.4.6, Pl.La.194c, Th.1.70, etc.; Dor. χρέομαι Sophr.126; Ion. χρᾶται Hdt.1.132, al. (so in later Prose, Iamb. in Nic.p.28 P.); χρέεται v.l. in Hdt.4.50; χρέονται Hp.Aër.1; χρέωνται Hdt.1.34, 4.108, al.; χρείωνται Heraclit.104; opt. χρῴμην, χρῷο Pl. Cri.45b, χρῷτο Gorg.Fr.20, etc.; Ion. χρέοιτο Hp.Acut.56; imper. χρῶ Democr.270, Ar.Th.212, Isoc.1.34, Ion. χρέο Hp.Steril.230, Hdt. 1.155 (v.l. χρέω, as in Hp.Acut.(Sp.) 62); 3sg. Dor. χρηείσθω SIG 1009.7 (Chalcedon, iii/ii B. C.); 2pl. χρῆσθε And.1.11; 3pl. χρήσθων Ar.Nu.439 (s. v.l.; v. infr.111.4b), Th.5.18; χρώσθων IG12.122.5; Dor. χρόνσθω Mnemos.57.208 (Argos, vi B. C.); inf. Att. and Ion. χρῆσθαι IG12.57.19, Ar.Av.1040, Lys.25.20, SIG57.5 (Milet., v B. C.), IG12(5).593 A12 (Ceos, v B. C.); Ion. and Hellenistic χρᾶσθαι Hdt. 2.15, 3.20, al., IG12(5).606.9 (Ceos, iv/iii B. C.), SIG344.50 (Teos, iv B. C.), 1106.80 (Cos, iv/iii B. C.), PCair.Zen.299.10 (iii B. C.), OGI214.19 (Didyma, iii B. C.), IG22.1325.24 (both forms in Phld.Rh.1.66S. and Ph.Bel., χρῆσθαι 57.35, al., χρᾶσθαι 53.49, al.), Ion. χρέεσθαι as v.l. for χρῆσθαι Hdt.1.21, 187, al. (χρῆσθαι ib.153 codd.), so in Arc., IG5 (2).514.14 (Lycosura, ii B. C.), Elean χρηῆσται Inscr.Olymp.1.3 (vii/vi B. C.), Boeot. χρειεῖσθη IG7.3169 (Orchom., iii B. C.); Locr. and Lacon. χρῆσται IG9(1).334.19, 23 (Oeanthea, v B. C.), 5(1).1317.8 (Thalamae, iv/iii B. C.); part. Att. χρώμενος A.Eu.655, IG12.81.6, etc.; Ep. and Ion. χρεώμενος Il.23.834 (as a dactyl), Hdt.2.108, Hp.Acut.18, Dor. χρείμενος SIG395.4, 438.11 (both Delph., iii B. C.), Berl.Sitzb.1927.156 (Cyrene), χρήμενος Riv.Fil.58.472 (Gortyn, iii B. C.), χρεύμενος SIG1166.3 (Dodona): impf. Att. ἐχρώμην Antipho 5.63, ἐχρῶ Ar.Ra. 111, And.1.49, ἐχρῆτο Th.1.130, etc.; pl., ἐχρώμεθα Lys.Fr.29, ἐχρῶντο Antipho 6.28, etc.; Ion. ἐχρᾶτο Hdt.2.173 (v.l. -ῆτο), 3.3, 129, al. (also found in Anaxipp.1.9 codd.Ath.), ἐχρέωντο Hdt.2.108, al.: but ἐχρῆτο 3.41 codd., Herod.6.55, (προσ-) Hp.Epid.3.17.ά: fut. χρήσομαι S.Ph.1133 (lyr.), etc.; also κεχρήσομαι Theoc.16.73: aor. ἐχρησάμην S.OT117, Th.5.7, al.: pf. κέχρημαι (v. infr. 1): aor. ἐχρήσθην in pass. sense (v. infr. vii):—
in pf. κέχρημαι (with pres. sense) c. gen., desire, yearn after, the usual sense in Ep., οὔτ' εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος (sc. αὐτῆς) οὔτε τευ ἄλλου Il.19.262; νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικός Od.1.13; κομιδῆς κεχρημένοι ἄνδρες 14.124, cf. 17.421, 20.378, 22.50; μαντοσυνεων κεχρημένοι Emp.112.10.

2. to be in want of, lack, τοῦ κεχρημένοι; S.Ph.1264, cf. E.IA382 (troch.); [βορᾶς] κεχρημένοι Id.Cyc.98; οὐ πόνων κεχρήμεθα Id.Med.334; τίνος κέχρησθε, γυναῖκες; Theoc.26.18: fut., ὃς ἐμεῦ κεχρήσετ' ἀοιδοῦ Id.16.73; χρήσομεθα εἰς τὰ ἔργα καὶ ὁδοῦ ..καὶ ὕδατος we shall need .., SIG1182.12 (Ephes., iii B. C.): freq. abs. in part. κεχρημένος, lacking, needy, Od.14.155, 17.347, Hes.Op.317, 500, E.Supp.327, Pl.Lg. 717c: but κεχρηόσι δαίτης is f.l. for κεχαρηόσι in Nic.Fr.70.18.

3. pf. and plpf. κέχρημαι, κεχρήμην, in pres. and impf. sense, c. dat., enjoy, have, φρεσὶ γὰρ κέχρητ' ἀγαθῇσι(ν) Od.3.266, 14.421, 16.398; αὕτη (sc. ἡ χώρη) ὕδασι κάλλιστα κέχρηται Hp.Aër.12; ἡ καταδεεστέροις τούτοις (sc. τοῖς εἴδεσι) κεχρημένη τραγῳδία Arist.Po.1450a32, cf.a13, b33; ἄλλαις, μικραῖς διαφοραῖς, Id.Metaph.1042b31, Phgn.809a8; ὑγροτέραις σαρξί ib.b11; θριξὶ ξανθαῖς ib.25; καθαρωτάτῳ ..αἵματι Id.Resp.477a21; τῶν ..πλαγίαις ταῖς ῥάβδοις κεχρημένων (sc. ἰχθύων) Id.Fr.295; εὐγενείᾳ κεχρημένος IG42(1).83.10 (Epid., i A. D.); σφαιρικῷ ὄγκῳ PLit.Lond.167.25 (ii/iii A. D.), cf. κεχρημένως (Addenda); so in pres., χρῶνται δειλαῖς φρεσὶ, δαίμονι δ' ἐσθλῷ Thgn.161; μέρη τραγῳδίας, οἷς ὡς εἴδεσι δεῖ χρῆσθαι, πρότερον εἴπομεν Arist.Po.1452b14, cf. 1458b14.

II. use, pres. once in Hom., abs., ἑξει μιν καὶ πέντε περιπλομένους ἐνιαυτοὺς χρεώμενος Il.23.834: later mostly c. dat. (for acc. v. infr. VI), ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος Antipho 4.3.3; ἐσθῆτι τοιῇδε χρέωνται Hdt.1.195, cf. 202, Ar.Ra. 1061 (anap.); διφασίοισι γράμμασι χ. Hdt.2.36; τοῖσιοὐνόμασι τῶν θεῶν ib.52; πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι, ἐκ φρεάτων χρεώμενοι ib. 108; τοῖσι ἐποποιοῖσι χρεώμενον λέγειν ib.120; ὅστις ἐμπύρῳ χρῆται τέχνῃ consults burnt offerings, E.Ph.954; χ. ἀργυρίῳ make use of money, Pl.R.333b; ἀργύρῳ Ar.Ec.822; χ. ἵπποις manage them, X.Smp.2.10; χ. ἰχθύσι use for food, Plu.2.668f; οἴνῳ χ. ἐπὶ πλέον ib.715d; χ. ναυτιλίῃσι, θαλάσσῃ, Hdt.2.43, Th.1.3; ὠνῇ καὶ πρήσι Hdt.1.153; δρασμῷ Aeschin.3.21; τέχναις X.Mem.3.10.1, Oec.4.4; τῇ τέχνῃ POxy.1029.25 (ii A. D.); χρώμενοι τῇ πόλει taking a part in politics, E.Ion602; ἐκκλησίαισιν ἦν ὅτ' οὐκ ἐχρώμεθα Ar.Ec.183; ἄλλον τρόπον τῇ πολιτείᾳ κέχρημαι, = πεπολίτευμαι, Hyp.Eux.28; φωνὴν δυναμένην ὄχλῳ χρῆσθαι Isoc.5.81; τῇ τραπέζῃ τῇ τοῦ πατρὸς ἐχρῆτο he had dealings with my father's bank, D.52.3; χ. τοῖς πράγμασι καὶ τοῖς καιροῖς administer them, Isoc.6.50.

III. experience, suffer, be subject to, esp. external events or conditions, δάμαρτος 'Ιππολύτας Ἀκάστου δολίαις τέχναισι χρησάμενος having experienced, Pi.N.4.58; κείμεθ' ἀγηράντῳ χρώμενοι εὐλογίῃ Simon.100.4; νιφετῷ Hdt.4.50; στίβῃ καὶ νιφετῷ Call.Epigr.33.3; χειμῶνι Antipho 5.21, D.18.194; λαίλαπι AP7.503 (Leon.); στυγεροῖς πνεύμασι Epigr. ap. D.S.13.41 (iv B. C.); ἀνάγκῃ Antipho 5.22; οἰκεῖα πράγματ' εἰσάγων, οἷς χρώμεθ', οἷς σύνεσμεν Ar.Ra.959; γυναικῶν τῶν τοῖς τόκοις χρωμένων πλείοσιν Arist.HA582a24; ἀπεψίαις χ. IG42(1).126.4 (Epid., ii A. D.); ἑκὼν ..οὐδεὶς δουλίῳ χρῆται ζυγῷ A.Ag.953; νόμοισι χ. live under laws, Hdt. 1.173,216, cf. IG9(1).334.19 (Locr., v B. C.); νόμοις τοῖς ἰδίοις Riv.Fil.58.472 (Gortyn, iii B. C.); ἀνομίᾳ X.Mem.1.2.24; γαλανείᾳ χρησάμενοι μανιάδων οἴστρων E.IA546 (lyr.); χ. εὐμαρείᾳ to be at ease, S.Tr.193 (but, ease oneself, Hdt.2.35); συντυχίῃ χ. Id.5.41; τύχῃ E.Heracl.714, And.1.67,120; πολλῇ εὐτυχίᾳ Pl.Men.72a; πολλῇ τῇ νίκῃ χρῆται, = παρὰ πολὺ νικᾷ, And.4.31; συμφορῇ κεχρημένος Hdt.1.42, cf. E.Med.347; τοιούτῳ μόρῳ ἐχρήσατο ὁ παῖς Hdt. 1.117; θείῃ πομπῇ χρεώμενος divinely sent, ib.62; of mental conditions present in the subject, τῷ χόλῳ χρέομαι I feel anger, Sophr. 126; λογισάμενος ἢν εὑρίσκῃ πλέω τε καὶ μέζω τὰ ἀδικήματα ἐόντα τῶν ὑποργημάτων, οὕτω τῷ θυμῷ χρᾶται Hdt.1.137; μὴ πάντα θυμῷ χρέο ib.155; ὀργῇ χρωμένη S.OT1241; ὀργῇ μεγάλῃ μοι ἐχρήσω LXX Jb.10.17, cf. 19.11, al.; ἀγνωμοσύνῃ χρησάμενοι ἀπέστησαν they stiffened their necks and ..Hdt.5.83; οἴησις γάρ, καὶ μάλιστα ἐν ἰητρικῇ, αἰτίην μὲντοῖσι κεχρημένοισιν, ὄλεθρον δὲ τοῖσι χρεωμένοισι ἐπιφέρει vanity brings blame on its possessor (or victim) and ruin on those who consult him, Hp Decent.4; πολλῇ ἀνοίᾳ χρώμενος Antipho 3.3.2; ἀμαθίᾳ πλέονι ..χρῆσθε Th.1.68; ταῖς ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἢ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο Id.6.15; φθόνῳ καὶ διαβολῇ χ. Pl.Ap.18d; οὺ τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀλλὰ τῇ τοῦ πατάξαντος χρησάμενος ἀπέθανεν Antipho 4.3.4; τοῖς ἁμαρτήμασι παραπλησίοις ἐχρήσαντο Isoc.8.104; μή τι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; 2 Ep.Cor.1.17.

2. with verbal nouns. periphr. for the verb derived from the noun, ἀληθέϊ λόγῳ χ. use true speech, i.e. speak the truth, Hdt.1.14; ἀληθείῃ χ. ib.116, 7.101; βοῇ χ. set up a cry, Id.4.134; τοιούτῳ πράγματι οὐ κέχρησαι, = οὐδὲν τοιοῦτο ἔπραξας, Hyp.Eux.11; δαψιλέϊ τῷ ποτῷ (fort. πότῳ) χρησαμένους Hdt.2.121.δ'; ἐσόδῳ χρέο πυκνῶς visit often, Hp.Decent.13; ἡ σελήνη ..διὰ παντὸς τῇ ἴσῃ παραυξήσει καὶ μειώσει χρῆται Gem.18.16.

3. c. dupl. dat., use as so and so, τοῖς ἀγαθοῖσιν ..χ. πρὸς τὰ κακὰ ἀλκῇ Democr.173; μιᾷ πόλει ταύτῃ χ. Th.2.15; χ. τῷ σίτῳ ὄψῳ ἢ τῷ ὄψῳ σίτῳ X.Mem.3.14.4.

4. χ. τισιν ἔς τι use for an end or purpose, Hdt.1.34; πρός τι X.Oec.11.13; ἐπί τι Id.Mem.1.2.9; ἀμφί or περί τι, Id.Oec.9.6, An.3.5.10; with neut. Adj. or Pron. as Adv., τάδε [τῷ ἀμφιβλήστρῳ] χ. makes the following use of the net, Hdt.2.95; χρέωνται οὐδὲν ἐλαίῳ Id.1.193; χρυσῷ καὶ χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται ib.215; λογισμῷ ἐλάχιστα χ., πλεῖστα ἀρετῇ χ., Th.2.11, 5.105; τί χρήσεταί ποτ' αὐτῷ; what use will he make of him? Ar.Ach.935, cf. X.An.1.3.18; χ. τἀνδρὶ τοῖς τ' ἐμοῖς λόγοις S.Tr.60; ἠπορούμην ὅ τι χρησαίμην τῇ τούτου παρανομίᾳ Lys.3.10.

b. treat, deal with, παραδίδωμι χρᾶσθαι αὐτῷ τοῦτο ὅ τι σὺ βούλεαι Hdt.1.210, cf. Ar.Nu.439 (anap.; fort. delendum χρήσθων), Isoc.12.107; εἰ τύχοι (sc. γυνὴ) μὴ ἐπιτηδεία γενομένη, τί χρὴ τῇ συμφορᾷ χρῆσθαι; Antipho Soph.49; ἀπορέων ὅ τι χρήσηται τῷ παρεόντι πρήγματι not knowing what to make of it, Hdt.7.213; ἠπόρει ὅτι χρήσαιτο Pl.Prt.321c; οὐκ ἂν ἔχοις ὅτι χρῷο σαυτῷ Id.Cri.45b; in elliptical phrases, τί οὖν χρησώμεθα; Id.Ly.213c; Θηβαίους ἔχοντες ..τί χρήσεσθε; D.8.74: c. dat. et acc. cogn., χρωμένους τῷ κτείναντι χρείαν ἣν ἂν ἐθέλωσι Pl.Lg.868b, cf. 785b, Clit.407e.

IV. of persons, χρῆσθαί τινι ὡς ..treat him as .., χ. τινὶ ὡς ἀνδρὶ ψεύστῃ Hdt.7.209; χ. [τισὶν] ὡς πολεμίοις, ὡς φίλοις καὶ πιστοῖς, treat as friends or enemies, regard them as such, Th.1.53, X.Cyr.4.2.8; so φιλικώτερον χρῆσθαί τισι Id.Mem.4.3.12; ὑβριστικῶς χ. τισί D.56.12; also without ὡς, ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ A.Pr.324, cf. Heraclit.104; ὥς γ' ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ E.Alc. 801; οὐ σφόδρα ἐχρώμην Αυκίνῳ φίλῳ Antipho 5.63; πλείστοις καὶ δεινοτάτοις ἐχροῖς χ. And.4.2; ἀσθενέσι χ. πολεμίοις X.Cyr.3.2.4.

b. χρῆσθαί τινι (without φίλῳ) to be intimate with a man, X.Hier.5.2, Mem.4.8.11; χρῆσθαι καὶ συνεῖναί τισι And.1.49; ἀνάγκη, ὃς ἂν γένηται (sc. παῖς, son), τούτῳ χρῆσθαι one must put up with the son that is born, Democr.277: ἰητρῷ μὴ χρωμένους not consulting a doctor, Hp.de Arte5 (so c. dat. et acc., ἐσιέναι παρὰ βασιλέα μηδένα, δι' ἀγγέλων δὲ πάντα χρᾶσθαι (sc. αὐτῷ) deal with him in everything by messengers, Hdt.1.99); so Πλάτωνι, Ξενοφῶντι, χ. use, study their writings, Plu.2.79d: abs., οἱ χρώμενοι friends, X.Ages.11.13, Mem.2.6.5, Isoc.6.44.

2. esp. of sexual intercourse, γυναιξὶ ἐχρᾶτο Hdt.2.181, cf. X.Mem.1.2.29, 2.1.30, Is.3.10, D.59.67.

3. χρῆσθαι ἑαυτῷ make use ofoneself or one's powers, with a part., οὐδ' ὑγιαίνοντι χρώμενος ἑαυτῷ Plu.Nic.17; αὑτῷ νήφοντι χ. Id.Eum.16: so with an Adv., χ. ἑαντῷ πρὸς τοὺς κινδύνους ἀφειδῶς Id.Alex.45; παρέχειν ἑαυτὸν ταῖς ἀρχαῖς χρῆσθαι place oneself at the disposal of another, X.Cyr.1.2.13, cf. 8.1.5.

V. abs., or with Adv., χρῶνται Πέρσαι οὕτω so the Persians are wont to do, such is their custom. ib.4.3.23.

VI. in later Gk. (τῷ μεγαλόφρονι shd. be read for τὸ μεγαλόφρον in X.Ages.11.11) c. acc. rei, χ. τὰ ἀπὸ λιμένων ..εἰς διοίκησιν τῆς πόλεως Arist.Oec.1350a7; [θησαυρὸν] χρησάμενοι (v.l. κτησάμενοι) LXXWi.7.14; οἱ χρώμενοι τὸν κόσμον ὡς μὴ καταχρώμενοι 1 Ep.Cor.7.31; ἄνηθον μετ' ἐλαίου χρήσασθαι IG42(1).126.27 (Epid., ii A. D.); ὕδωρ χρῶ PTeb.273.28 (ii/iii A. D.):—
for Hdt.1.99, v. supr. IV. 1b.

VII. Pass., to be used, esp. in aor., αἱ δὲ (sc. αἱ νέες) οὐκ ἐχρήσθησαν Hdt.7.144; τέως ἂν χρησθῇ so long as it be in use, D.21.16; [σιδήρου τοῦ] χρησθέντος εἰς τύλους Supp.Epigr.4.447.48 (Didyma, ii B. C.); Hsch. also has χρησθήσεται: χρησιμεύσει:—
v. supr. A.11.

D. for χρή, v. sub voc. (Origin and historical order of the forms and senses not clear: χρή and χρῄζω are cogn.)

χράω, (Α) ἢ χραύω (ὅ ἐστι χράϜω), μέλλ. χραύσω· - ἐπιξύω, πληγώνω ἐλαφρῶς, ὅν ῥά τε ποιμὴν ... χραύσῃ, «άμύξῃ ἐπ’ ὀλίγον, τὸν χρῶτα ἐπιξύσῃ» (Σχολ.) Ἰλ. Ε. 137 ἵνα χραύσαντα ῥαΐξῃ Κόϊντ. Σμυρν. 11. 76· πρβλ. ἐγχραύω, ἐπιχράω Α. (Ἐκ ῥίζης συγγενοῦς πρὸς τὴν τοῦ χρίω, καὶ ἴσως τοῦ χραίνω· ἐντεῦθεν αἱ λέξ. χρώς, χροιά (παρ’ Ὁμ. ἐπιδερμίς, τὸ χρῶμα αὐτῆς), ὅπερ θεωρεῖται ὥς τι ἐπιπολῆς κείμενον, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἐπιξύσῃ.)
« Last Edit: 06 Oct, 2008, 02:14:34 by spiros »

ChaceofSpades

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 112
  • Gender: Male
  • ΕΙΜΙ ΚΡΙΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣ
    • ChaceNelson.com
Re: κεχρημένος
« Reply #2 on: 06 Oct, 2008, 02:40:03 »
Was this an online source? If so could you point me in that direction?

and thank you.
« Last Edit: 06 Oct, 2008, 03:20:39 by ChaceofSpades »
ΗΤΑΝΗΕΠΙΤΑΣ


billberg23

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 5775
  • Gender: Male
  • Words ail me.
Re: κεχρημένος
« Reply #3 on: 06 Oct, 2008, 04:23:10 »
it's the huge Liddell-Scott-Jones Greek Lexicon, and you can download it here:

 http://www.dur.ac.uk/p.j.heslin/Software/Diogenes/

— although I wouldn't recommend it, at least not until you get an awful lot of Greek under your belt.  It can be really daunting, as you can see, and I'd hate to see you get turned off of Greek while trying to wade through it. :-)

For the nonce, Chace, why not buy the small edition from an online used book seller?  It will be more than enough help for at least the next ten years!
Τί δέ τις; Τί δ' οὔ τις; Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος. — Πίνδαρος

ChaceofSpades

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 112
  • Gender: Male
  • ΕΙΜΙ ΚΡΙΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣ
    • ChaceNelson.com
Re: κεχρημένος
« Reply #4 on: 06 Oct, 2008, 04:37:10 »
I have one dictionary (The Pocket Oxford Classical Greek Dictionary, as well as the Grammar), but I'm having trouble identifying prefixes and suffixes, and therefore root words...

...(But as I wrote this I decided to flip through my dictionary again and found that prefixes and probably suffixes as well)...

I'm also having trouble with cases (which is the chapter I am on).
ΗΤΑΝΗΕΠΙΤΑΣ

billberg23

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 5775
  • Gender: Male
  • Words ail me.
Re: κεχρημένος
« Reply #5 on: 06 Oct, 2008, 06:01:32 »
I'm also having trouble with cases (which is the chapter I am on).
And that's where things can get sticky, especially with middle verbs like χράομαι (which yields the perfect middle participle κεχρημένος): their objects are in the dative case (e.g. ξυμφορᾷ), instead of the accusative, which you'd expect.
Τί δέ τις; Τί δ' οὔ τις; Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος. — Πίνδαρος


ChaceofSpades

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 112
  • Gender: Male
  • ΕΙΜΙ ΚΡΙΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣ
    • ChaceNelson.com
Re: κεχρημένος
« Reply #6 on: 06 Oct, 2008, 06:16:48 »
Things get sticky in the second chapter? C'mon, now.
ΗΤΑΝΗΕΠΙΤΑΣ