συνιστάται κλινήρης για 3 ημέρες -> is advised to stay in bed for 3 days, is recommended to stay in bed for 3 days

κατερίναlexis

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 263
Ο δόκιμος όρος είναι bedridden αλλά θεώρησα οτι σ'αυτή την περίπτωση ταιριάζει καλύτερα η έκφραση, ιt is recommended to rest in bed  for .....
Δεν είμαι όμως απολύτως σίγουρη.
« Last Edit: 10 Jun, 2012, 23:32:53 by spiros »


κατερίναlexis

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 263
Ο δόκιμος όρος είναι bedridden αλλά θεώρησα οτι σ'αυτή την περίπτωση ταιριάζει καλύτερα η έκφραση, ιt is recommended to rest in bed  for .....
Δεν είμαι όμως απολύτως σίγουρη.

Σχετίζεται με δικαιολογητικό  γιατρού.






valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Το "συνίσταται" είναι προφανώς λάθος. Θέλει να πει "συνιστάται". Το πρώτο είναι του ρήματος συνίσταμαι = αποτελούμαι (ενεργητικό συνιστώ = αποτελώ), ενώ το δεύτερο (το σωστό εν προκειμένω) είναι του ρήματος συνιστώμαι = προτείνομαι (ενεργητικό: συνιστώ).
Και υπάρχει και τρίτο συνιστώ = συγκροτώ.

ΛΚΝ:

συνιστώ 1 [sinistó] Ρ10.1α -ώμαι Ρ11 αόρ. σύστησα και συνέστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστάθηκα και συστήθηκα, απαρέμφ. συσταθεί και συστηθεί : συγκροτώ, ιδρύω· συστήνω 2: Θα συσταθεί επιτροπή. Συστήθηκε εταιρεία.

[λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer]

συνιστώ 2, -ώμαι Ρ μππ. συστημένος* : 1.συστήνω12. α. συμβουλεύω κπ. ή του υποδεικνύω τι πρέπει να κάνει: Σου ~ να συμβουλευτείς ένα δικηγόρο. Συνιστάται στους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση του νερού. Ο γιατρός μού συνέστησε αυστηρή δίαιτα. β1. (για πργ.) συμβουλεύω κπ. να χρησιμοποιήσει κτ.: Θα σου συστήσω μερικά καλά βιβλία. β2. (για πρόσ.) θεωρώ κπ. κατάλληλο να αναλάβει κάποιο έργο και συμβουλεύω να τον χρησιμοποιήσουν: Θα σου συστήσω έναν πολύ καλό δικηγόρο / τεχνίτη. || (έκφρ.) κτ. συνιστά κπ., δημιουργεί θετικές εντυπώσεις για κπ.: Δε σε συνιστά καθόλου αυτό που έκανες / που είπες. 2. συστήνω11.
[λόγ. < αρχ. συνιστῶ, συνίστημι]

συνιστώ 3 παθ. συνίσταμαι [sinístame] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ., κυρ. στο γ' πρόσ.) : (λόγ.) 1. είναι, αποτελεί: H πλαστογραφία συνιστά ποινικό αδίκημα. 2. (παθ.) α. αποτελείται: Tο νερό συνίσταται από υδρογόνο και οξυγόνο. β. έγκειται: Ο ρόλος του δασκάλου συνίσταται στη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων. Σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις σου;
[λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer, consister]



κατερίναlexis

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 263
Δεν είναι το μόνο.
Το κλινήρης είναι γραμμένο στο έγγραφο ως κλινίρης


 

Search Tools