d'un trait -> μονορούφι, με τη μία, μονοκοπανιά, μονοκοπανιάς, μεμιάς, μια κι έξω

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
d'un trait -> μονορούφι, με τη μια

Source: Magenta
« Last Edit: 07 Apr, 2014, 15:11:07 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 811751
    • Gender:Male
  • point d’amour
μονοκοπανιά

μονοκοπανιά [monokopaná] & μονοκοπανιάς [monokopanás] επίρρ. : (οικ.) μεμιάς: Mην περιμένεις να γίνουν όλα ~. Πίνω ~ κτ., μονορούφι. [μονο- + κοπανιά (< κόπαν(ος) -ιά)· μεταπλ. σε γεν. αναλ. προς άλλα επιρρ.: καταγής]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη


 

Search Tools