attendre l'occasion -> καιροφυλακτώ, περιμένω την ευκαιρία, αναμένω την ευκαιρία, περιμένω την κατάλληλη στιγμή, αναμένω την κατάλληλη στιγμή

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
attendre l'occasion -> καιροφυλακτώ

Source: Magenta
« Last Edit: 12 Nov, 2012, 14:35:44 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
+ περιμένω την ευκαιρία, αναμένω την ευκαιρία, περιμένω την κατάλληλη στιγμή, αναμένω την κατάλληλη στιγμή

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καιροφυλακτώ [kerofilaktó] Ρ10.9α : περιμένω με τεταμένη την προσοχή να έρθει η κατάλληλη στιγμή για να δράσω· καραδοκώ: Kαιροφυλακτούσε πότε θα έμενε αφύλακτη η είσοδος, για να μπει μέσα. Kαιροφυλακτεί, μόλις αδειάσει η θέση, να την καταλάβει αυτός. Ο κυνηγός καιροφυλακτεί περιμένοντας το θήραμα. || για κτ. πολύ δυσάρεστο που μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή, αν δεν υπάρχει συνεχής επαγρύπνηση: Ο κίνδυνος καιροφυλακτεί, καραδοκεί.
[λόγ. < αρχ. καιροφυλακτῶ]
« Last Edit: 12 Nov, 2012, 14:35:26 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.



 

Search Tools