compensation -> αποζημίωση, επανόρθωση, αποκατάσταση, αντιστάθμιση, αντιρρόπηση, αναπλήρωση, συμψηφισμός

evdoxia

  • Translator | Reviewer | Merenda |
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2318
    • Gender:Female
compensation -> (εδώ) αποζημιώσεις ή αποδοχές/αμοιβές;

Γεια χαρά,

Δυσκολεύομαι να καταλάβω από τα συμφραζόμενα, τα οποία δεν είναι ολοκληρωμένες παράγραφοι, εάν το "compensation" στις συγκεκριμένες προτάσεις αποδίδεται ως "αποζημίωση" ή ως το γενικότερο "αποδοχές ή αμοιβές". Σημείωση: το ST είναι En (US).

Παραθέτω context:

Compensation Communication Strategy
Planning, defining and validating a compensation communication philosophy and approach for the organization.

Compensation Communication Design and Development

Designing and developing employee compensation communication.

Compensation Communication Deployment
Disseminating compensation program and/or policy information to the organization. Distribution methods may include group presentations, seminars, web posting, mail, email, phone, etc.

Compensation Strategy
Planning, defining and validating a compensation/total rewards philosophy and approach for the organization.

Business Consulting
Presenting measures and metrics to management and business leaders to use in resolving issues and driving compensation decisions.

Ευχαριστώ για τη βοήθεια
εΡ
« Last Edit: 03 Jul, 2012, 00:18:49 by spiros »
Translation is the art of failure – Umberto Eco


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816726
    • Gender:Male
  • point d’amour
Δεν είναι σαφές από τα συμφραζόμενα ότι σώνει και καλά έχει να κάνει με οικονομικές αποζημιώσεις. Σημαίνει και:

αποζημίωση, επανόρθωση, αποκατάσταση, (ψυχολ.) αντιστάθμιση, αντιρρόπηση, αναπλήρωση, συμψηφισμός

compensation (plural compensations)
The act or principle of compensating.
That which constitutes, or is regarded as, an equivalent; that which makes good the lack or variation of something else; that which compensates for loss or privation; amends; remuneration; recompense.
The extinction of debts of which two persons are reciprocally debtors by the credits of which they are reciprocally creditors; the payment of a debt by a credit of equal amount; a set-off.
A recompense or reward for some loss or service.
An equivalent stipulated for in contracts for the sale of real estate, in which it is customary to provide that errors in description, etc., shall not avoid, but shall be the subject of compensation.
The relationship between air temperature outside a building and a calculated target temperature for provision of air or water to contained rooms or spaces for the purpose of efficient heating. In building control systems the compensation curve is defined to a compensator for this purpose.
https://en.wiktionary.org/wiki/compensation



evdoxia

  • Translator | Reviewer | Merenda |
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2318
    • Gender:Female
Χαίρε Σπύρο, κατά κάποιο τρόπο έχεις δίκιο.
Λάβε υπόψη όμως ότι όλο το κείμενο αφορά αποκλειστικά και μόνο τις δραστηριότητες του τμήματος προσωπικού μιας εταιρείας.

Οπότε, λογικά, το τμήμα προσωπικού χειρίζεται ή τις αποδοχές ή τις αποζημιώσεις των υπαλλήλων. Εάν επρόκειτο για αποζημιώσεις ηθικής βλάβης, νομίζω ότι θα ήταν θέμα νομικού τμήματος.

Don't know - γι' αυτό ρωτάω.
-_-

Translation is the art of failure – Umberto Eco


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816726
    • Gender:Male
  • point d’amour
Δε βλέπω να ευσταθεί το «αποδοχές/αμοιβές» (καθώς λέει «compensation/total rewards philosophy»). Μόνο αποζημίωση.



Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
Η λέξη «αποζημίωση» νομίζω ότι συχνά χρησιμοποιείται υπό την έννοια της αμοιβής, συνεπώς, μάλλον καλύπτει και τις δύο περιπτώσσεις.
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)


evdoxia

  • Translator | Reviewer | Merenda |
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2318
    • Gender:Female

 

Search Tools