bag -> τσάντα, τσαντάκι, τσαντί, σάκος, σακίδιο, σακουλάκι, τσουβάλι, γούστο, του γούστου μου, γριά, κακάσχημη γυναίκα

Offline crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9017
    • Gender:Female
    • krystallia.katsarou
    • crystaurelia
    • krystalliakatsarou
    • 107946586133656839791
    • crystaurelia
bag -> τσάντα, τσαντάκι, τσαντί, σάκος, σακίδιο, σακουλάκι, τσουβάλι, γούστο, του γούστου μου, γριά, κακάσχημη γυναίκα

Ελληνική (Greek)
n. - τσάντα, σακούλα, σάκος, τσουβάλι, (πληθ.) αποσκευές, κακάσχημη γυναίκα, (πληθ.) σακούλες κάτω από τα μάτια, σακούλιασμα (ενδύματος κ.λπ.), λεία
v. - σακουλιάζω, σακιάζω, πιάνω (θήραμα), καπαρώνω, κλείνω, παίρνω στην κατοχή μου, συλλαμβάνω, μπουζουριάζω, (για ρούχα) κρεμάω, ξεχειλώνω, σκοτώνω
http://www.answers.com/topic/bag#idioms_greek

noun
one's taste. That is, an activity that one finds appealing.
Nah, man, smoking is not my bag.
That movie last night was not my bag.


a (usually small, plastic) bag containing drugs or drug paraphernalia.
What's in the bag, man?

a displeasing woman; "hag".
Laura next door is a real old bag.


 

Search Tools