choke -> στραγγαλίζω, πνίγω, φράζω, βουλώνω, μπουκώνω, χάνω τα λόγια μου, κομπλάρω, πνίγομαι, στραγγαλισμός, πνίξιμο, τσοκ, στένεμα κάννης, φυλακή

banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
As in:
 To fail to perform effectively because of nervous agitation or tension, especially in an athletic contest: choked by missing an easy putt on the final hole.

Στο δικό μου κείμενο δείχνει έναν παίκτη που ρίχνει μια αποτυχημένη βολή και ο σπίκερ σχολιάζει, "Looks like Samson might have choked."
« Last Edit: 25 Feb, 2012, 20:24:10 by spiros »





banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
Όχι, curling στον πάγο, με χελώνες. Είναι κινούμενα σχέδια.
Χρησιμοποιούν τις χελώνες αντί για.... αυτό που πετάνε κι αρχίζει και γλιστράει και σκουπίζουν τον πάγο για να προχωρήσει.






spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812573
    • Gender:Male
  • point d’amour
στραγγαλίζω, πνίγω, φράζω, βουλώνω, μπουκώνω, χάνω τα λόγια μου, πνίγομαι, στραγγαλισμός, πνίξιμο, τσοκ, στένεμα κάννης, φυλακή



 

Search Tools