κελεπούρι -> catch, quite a catch, keeper, bargain, real bargain, godsend, what a find

crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female
κελεπούρι -> catch, quite a catch, keeper, bargain, real bargain, godsend

κελεπούρι το [kelepúri] Ο44 : (οικ.) ανέλπιστο απόκτημα, αγαθό που προσφέρεται σε πολύ συμφέρουσα τιμή: Πέτυχα ένα ~! || (ειρ.): Πού το βρήκες αυτό το ~; [τουρκ. kelepir -ι ( [i > u] από επίδρ. του χειλ. [p] και του [r] )]
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη


eltheza

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 923
    • Gender:Female


 

Search Tools