κλήση και κλίση (ομόηχες λέξεις)

wings · 3 · 26810

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69308
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
κλήση και κλίση

Η λέξη κλήση προέρχεται από το αρχαίο κλήσις και ανάγεται στο ρήμα καλώ. Σε σύγχρονες σημασίες, όπως του ακουστικού σήματος, το ελληνικό κλήση αποδίδει ξένους όρους, π.χ. το αγγλικό call. Παραδείγματα: Τηλεφωνική κλήση. Αναπάντητες/εισερχόμενες/εξερχόμενες κλήσεις. Κλήση από σταθερό σε κινητό. Υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων. Λέξεις της ίδιας οικογένειας: κλητεύω, κλητήρας, κλητικός (π.χ. κλητική προσφώνηση).

Η λέξη κλίση ετυμολογείται από το αρχαίο κλίσις και ανάγεται στο ρήμα κλίνω. Χρησιμοποιείται σήμερα με διάφορες σημασίες, σε προτάσεις όπως: Το πλοίο είχε μικρή κλίση (= έγερνε) προς τα δεξιά. Από παιδί είχα κλίση (= έφεση, ροπή) στα φιλολογικά μαθήματα. Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι ειδικά η σημασία της ροπής, της τάσης κτλ. είναι δάνεια από τα γαλλικά. Συγκεκριμένα, το κλίση εδώ αποδίδει το γαλλικό inclination. Λέξεις της ίδιας οικογένειας: κλισίμετρο, κλισιοσκόπιο, κλιτικός, κλιτός, κλιτύς (= πλαγιά).

Από τη σημερινή «Άσπρη λέξη»


japan

  • Newbie
  • *
    • Posts: 14
Αν θέλουμε να μεταφράσουμε τη λέξη calling (π.χ. My true calling in life), ως νόημα μου κάνει το κλίση, αλλά αφού το call μεταφράζεται ως κλήση, μπερδεύτηκα λιγάκι...



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810782
    • Gender:Male
  • point d’amour
calling
1 κάλεσμα a. the action of one that calls: The calling of the partridge Το κάλεσμα της πέρδικας b. a strong impulse: What is it to feel a calling for priesthood? Πώς είναι το να αισθάνεται κανείς ένα κάλεσμα για την ιερωσύνη;
2 λειτούργημα (a vocation): Dedicated to his calling Αφοσιωμένος στο λειτούργημά του
3 'κλίση', προδιάθεση (an inner urging toward some profession or activity): I feel no calling for the church Δεν αισθάνομαι κλίση για την ιερωσύνη
4 σύγκληση (convocation): We must decide on the calling of a meeting Πρέπει να αποφασίσουμε για τη σύγκληση σύσκεψης
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

κλίση η [klísi] Ο31 : 1α. πλάγια διεύθυνση σε σχέση με την οριζόντια ή την κατακόρυφη: Tο έδαφος είχε μεγάλη κλίση. Tο σπίτι / ο τοίχος παρουσίασε κλίση. Ο δρόμος έχει κλίση 5%. Tο πλοίο παρουσίασε κλίση 30Γ. H στροφή ακολουθούσε την κλίση του δρόμου. β. κίνηση του κεφαλιού ή του σώματος προς τα εμπρός, ως εκδήλωση κατάφασης ή χαιρετισμού: Xαιρέτησε / συμφώνησε με μια κλίση του κεφαλιού. 2. (γραμμ.) ο σχηματισμός των τύπων μιας κλιτής λέξης: ~ ρημάτων / ονομάτων. || ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κλίνεται μια κατηγορία ονομάτων: H πρώτη / η δεύτερη / η τρίτη κλίση. H λατινική γλώσσα έχει πέντε κλίσεις ουσιαστικών. 3. έντονη και μόνιμη εσωτερική τάση προς ορισμένο στόχο· έφεση, ροπή: Aπό μικρή είχε κλίση στα μαθηματικά / στη μουσική. Οι γονείς άφησαν το παιδί ελεύθερο να ακολουθήσει την κλίση του. Έχει έμφυτη κλίση στις ξένες γλώσσες.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 15 Oct, 2015, 21:47:41 by spiros »


 

Search Tools