se sucrer -> παίρνω ζάχαρη, βάζω ζάχαρη, γίνομαι πλούσιος, πιάνω τη καλή, κονομάω χοντρά, βγάζω χοντρά λεφτά, κονομάω τρελά, κάνω χοντρή κονόμα, κονομάω τ' αντερά μου, κάνω γερή κονόμα

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!

 

Search Tools