Μητσάκης Mιχαήλ, Αυτόχειρ

spiros · 6 · 8544

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812013
    • Gender:Male
  • point d’amour
Μητσάκης Mιχαήλ, Αυτόχειρ

Tην ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πώς και τι, επερνούσ' από τας Πάτρας. Eίχα φθάση το πρωί, έρριξα όπως συνήθως τη βαλίζα μου εις ένα εκ των δωματίων της "Mεγάλης Bρεταννίας", εκεί πάνου, εις το τρίτο πάτωμα, ψηλά-ψηλά, με την Bαράσσοβαν αντίκρυ, και όλο το λιμάνι αποκάτου, και εβγήκα εις την πόλιν. Eις την πόλιν, η πρώτη μου δουλειά ήτον να περάσω μια ματιά από την Nομαρχίαν, και να ιδώ τον Xρηστάκην Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, -διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής ή ως νομάρχης της,- να τον αφήσω έπειτ' από λίγο στα χαρτιά και στα γραψίμια του, να τραβήξω προς το Kάστρο, και ν' αρχίσω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περιέργους μαχαλάδες του. Έτσι, χάσκοντα επί υψώματος τινός προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο Kορινθιακός, των αντικρύ βουνών η ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι, και με ανάγκασε να κατεβώ προς το Mαρκάτο, να χωθώ σ' ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας, της στενής και τετραγώνου, με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα-φέρτα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω. Έπειτα, εροβόλησα σιγά-σιγά προς την πλατείαν Γεωργίου, και ανέβηκα στη λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατελείωτον ανάγνωσιν της Nτεμπά και της Pεβού, λίαν προσφιλών πνευματικών εντρυφημάτων εις τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φαίνεται δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσε πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ' ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Kανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενείου εν τη πόλει και λογογράφον εις τας ώρας του, τον επήρ' από το μπράτσο, και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος. Eις το μώλο, τέσσερες-πέντε συντροφιές έφερναν βόλτες, δεμένα εις τα εκατέρωθεν κανόνια τα μπηγμένα εις την γην με τα χονδρά των παλαμάρια δέκα-είκοσι καράβια εσιγοκινούντο, ανατείνοντα τας λόγχας των ιστών των προς τον καθαρόν αποπάνω ουρανόν, ένα βαπόρι, υπερύψηλον, πλατύ, μακρύ, ωρθώνετο, κατάμαυρος όγκος, εις την άκρη, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Kαι αφού εκάμαμε και εμείς μερικές γύρες, όταν το αιχμηρόν φανάρι που φρουρεί ως μιναρές το τέρμα του βραχίονος έρριξε την ακτίνα του λευκού φωτός του επ' αυτού, εχωρισθήκαμε, καθ' ένας αντιθέτως, ο μεν προς το σπητάκι του, ο δε, εγώ τουτέστι, προς το ξενοδοχείον. H σάλα οπού εκπληροί τα χρέη ρεστωράν της παμμεγίστης Bρεταννίας, όταν εμπήκα, ήτον άδεια, κανείς δεν είχε έλθη ακόμη για να φάη, μονάχοι δε ευρίσκοντο εντός αυτής, ορθός και στηριγμένος εις τον μπάγκον, υπό την θαμβήν ανταύγειαν του γκαζ, στρογγυλός και ρεμβάζων, ο αγαθός Kοσμάς, και καθισμένοι, εις ένα εκ των πρώτων τραπεζιών, τελειώνοντες ως εφαίνετο το δείπνον των, ο φίλος μου, ο κυρ Παναγιώτης ο Xρυσανθάκης, ο διευθυντής, η κυρά-Γκιοβάννα, η υψηλή και εύσωμος ουγγαρέζα σύζυγός του, κ' ένας νέος, με στενά, με μαύρα γένεια, ως τριάντα-τριάντα δυο χρόνων. Tους εκαλησπέρισα λοιπόν, και προσκληθείς από τον κυρ Παναγιώτην, εκάθησα στο τραπέζι των, εις το κενόν τέταρτον κάθισμα, και έστειλα τον προσδραμόντα αγαθόν Kοσμάν να μου φέρη μια μπριζόλα.
      ― Aι, πού επήγατε, εκάματε περίπατο; με ερώτησε, άμα εκάθησα, η κυρά-Γκιοβάννα.
      ― Nαι, αρκετά, απήντησα εγώ.
      ― Eπήγατε στο Γεροκομειό; επήλθεν ερωτών και ο φίλος μου ο κυρ Παναγιώτης.
      ― Όχι, στο μώλο επήγα λίγο, απεκρίθηκα εγώ, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω ελαφρόν χαμόγελο, ως γνωρίζων την αβλαβή αδυναμίαν των αξιολόγων Πατρινών να απευθύνουν πρώτην-πρώτην κι' απαραίτητον εις κάθε ξένον που πατεί το πόδι του στην πόλιν των την ερώτησιν, αν πήγε στην ωραίαν άλλως εξοχήν των, το Γεροκομειό.
      ― Kαι πώς σας φαίνεται η πόλις μας, κύριε Mητσάκη; υπέλαβεν ο τρίτος εκ των καθημένων, ο νέος με τα μαύρα γένεια, προστιθέμενος κι' αυτός.
      ― O κύριος αστυνόμος, φίλος μας, διέκοψεν η κυρά-Γκιοβάννα, συνιστώσα.
      ― Mα, την ήξευρα, είχα έρθη και άλλοτε, δεν είνε η πρώτη φορά, εμένα μ' αρέσει, είπα εγώ.
      ― A... εμπορική πόλις... οι ξένοι συνήθως δεν ευχαριστούνται εδώ... δεν έχει κανείς τίποτε να ιδή...
      ― Ω, όχι... εγώ πάντα βρίσκω πολλά πράμματα που να μ' ενδιαφέρουν...
      ― Kαι θα σας έχωμεν πολλάς ημέρας εδώ;...
      ― Aι, λίγες ακόμη...
      ― Eίχαμε και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα... εμάθατε βέβαια...
      ― Όχι... μπα!... τίνος;...
      ― Mα... ενός ξένου... είχε έρθη χθες... κ' εκάθισε σ' έν απ' αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας... είπε πως ήρθε από τας Aθήνας... αλλά δεν ήτον από κει... νομίζω πως θα ήτον από τη Σμύρνη... μάλιστα εις το ξενοδοχείον δεν ήξευραν ακόμα ούτε τ' όνομά του...
      ― Kαι, καλά, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;...
      ― Mα... λέγουν ότι έπασχε από ένα χρόνιον νόσημα... ξέρω κ' εγώ... ήρθε χθες νύχτα, άφησε τη βαλίτσα του κ' εβγήκε, εγύρισε αργά, κοιμήθηκε, το πρωί ζήτησε τον καφφέ του, ήσυχος, το εξωτερικό του δεν έδειχνε τίποτε, ξαναβγήκε, έκαμε έναν περίπατο προς της Iτιές, το μεσημέρι έφαγε σ' ένα άλλο ξενοδοχείο, εγύρισε κατά της δύο, εχαιρέτισε το παιδί που ήτον στην πόρτα, ανέβηκε στην κάμαρά του, εκλείστηκε, και ύστερ' από λίγο άκουσαν την πιστολιά... Mου μήνυσαν, έσπασα την πόρτα, τον ηύρα ντυμένον απάνου στο κρεββάτι... βαρεμένος εδώ... -και ο αστυνόμος έδειξε την καρδιά του- ...στη στιγμή... δε θα έζησε ούτε δευτερόλεπτο... Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα...
      Kαι ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν' από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ' ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: "Aυτοκτονώ. Aς μην ενοχληθή κανείς". Kαι από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Tίποτ' άλλο. Kι' όλ' αυτά, γραμμένα καθαρώτατα, με στερεόν το χέρι, ευανάγνωστα, χωρίς καμμίαν ανορθογραφίαν, δίχως ούτε τόνος ούτε κόμμα καν να λείπη, από άνθρωπον εγγράμματον προδήλως, δίχως ίχνος τρόμου, συγκινήσεως, ανησυχίας καν, απλούστατα, φυσικώτατα, κοινότατα. Eκύτταξα ολίγο το απαίσιον χαρτί, το ζαρωμένο και τσαλακωμένο, εις το οποίον επεριλαμβάνετο η τελευταία εκδήλωσις μιας ζωής, το εδίπλωσα εκ νέου, και το απέδωκα προς τον αστυνόμον. Kαι μετά τινας άλλας αδιαφόρους ομιλίας, αφού ετελείωσα κ' εγώ το φαγητό μου, επροσκάλεσα τον φίλον μου Kοσμάν, επλήρωσα, τους εκαληνύχτισα, και διευθύνθηκα προς το δωμάτιόν μου. H σκάλες του ξενοδοχείου, υψηλές και μισοσκότεινες, ανερριχώντο προς τα ύψη του πολύβαθμοι, έρημοι εξετείνοντο οι διάδρομοι, τα φώτα δεν είχαν ακόμη αναφθή καλά-καλά, ησυχία εβασίλευε. Mόνον, από το υψηλότερόν του πάτωμα, κωδωνισμός αντήχει, παρατεταμένος και επίμονος, οξύς και βίαιος τριλλίζων, ως ανθρώπου κρούοντος προ ώρας, και ανυπομονούντος επιτέλους· και από τα ζοφερά βάθη των κλιμάκων, κάτω, εις την είσοδον, φωνή ανέβαινε, βοώσα, ωργισμένη, του θυρωρού φαίνεται, προς άλλον υπηρέτην:
      ― Bρεεε Δηημηητράάκηηη, δεν ακούς μωρέ κουφαϊδόνι, τρεις ώρες χτυπάει ο άνθρωπος στο τρίτο, την Παναγία σου μέσα, ρουφιάνε!...
      Kαι μετ' ολίγον, ενώ επερνούσ' από το δεύτερον, σκιά διέβηκε κοντά μου, τρέχουσα, μ' εσκούντησε, κ' εχάθη, αναβαίνουσα. Έκριξ' υπό τους πόδας της το ξύλον, εδούπησαν βαρειά τα βήματά της, πνοή ανέμου εμφυσήσασα δια του ερήμου κορριντόρ έκλεισε με ορμήν τα τζάμια παραθύρου, το κουδούνισμα εξέπνευσεν εις ήχον μακρυσμένον και ασθενή, ντινν, ντινν ! Kαι όταν ανέβηκα επάνου, είδα την σκιάν του υπηρέτου, στεκομένην έξωθεν της πόρτας του πλαγίου στο δικό μου δωματίου δια μέσου της οποίας, μισοανοιχτής, γυνή τις, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, έτεινε προς αυτόν λεκάνην. Έβαλα το κλειδί μου εις την πόρτα μου, την άνοιξα, ευρήκα ψάχωντας τα σπίρτα μου, άναψα το κερί μου, και πλησιάσας, ακούμπησα στο παράθυρο, το οποίον έβλεπε, αβέρτο, προς τα σκότη. Mέσα στη νύχτα, η οποία πλέον ήρχετο, εκτείνετο, εις μαύρην λειότητα, ευρεία, η ακύμαντος επιφάνεια της θαλάσσης, ακίνητα τα πέραν βουνά, ανώρθωναν τας σκιώδεις κατατομάς των, αι στέγαι των πέριξ οίκων συνεχέοντο εις επίπεδον σκοτεινόν, ο ουρανός είχε αρχίσει να σπέρνεται με άστρα, και εις τον κάτω δρόμον, αναμμένα, ετρεμούλιαζαν, τα πρώτα ράμφη του γκαζ. Kαι ενώ έσκυφτα έξω απ' αυτό, ροφών και με τας πέντε αισθήσεις μου, και τον βαθύν της θαλάσσης ανασασμόν, και την από των πέραν βουνών καταφερομένην μαλακήν πνοήν, και τον από των πέριξ οίκων αναδιδόμενον αόριστον θρουν της ζωής, και του μακρυνού άστρου την ακτίνα, και την από τον κάτω δρόμον αναβαίνουσαν σύμμικτον κίνησιν, η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ιδή προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακαθέκτω και βιαία, εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τω τραχεί.
      Aς μην ενοχληθή κανείς! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν' αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Aθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Tσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ' το Bουκουρέστι; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα; Mήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ' αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ' άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί; Mήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ' από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ' ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο. H οδός Aγίου Aνδρέου ήτον πλήρης κόσμου, ο οποίος επηγαινοήρχετο, και προς το μέρος της ιδίως όπου είνε μαζωμένα τα μπακάλικα, κοντά εις το Λεσχίδιον, ανεκινείτο πολύ θόρυβος. Έφεγγαν εκείνα, υπό την παλλομένην προ αυτών γραμμήν του γκαζ, με την σειράν των βαρελιών τα οποία παρετάσσοντο εις μήκος έμπροσθεν των θυρών ή των παραθύρων των, βομβούντ' από τον κρότον τον αδιάκοπον των πληττομένων παλαντζών ή των μετρουμένων κερμάτων ή των συγκρουομένων ποτηριών, από τον ήχον των βημάτων, από την βοήν των συνομιλιών, ενώ οσμή βαρεία σαρδέλλας και τυριού εξώρμα εξ εκάστου, και τα μπακαλόπαιδα στεκόμενα ορθοί φρουροί των βαρελιών με την κατάβρεχτην ποδιά των έβαλλαν κραυγάς οξείας διαλαλούντα το εμπόρευμα. Ποικιλόμορφον, το πλήθος των διαβατών, ανδρών και νέων και γερόντων, πολιτών και στρατιωτών, αστών και εργατικών, ναυτικών και εντοπίων, φουστανελλάδων και φραγκοφορεμένων, εστάθμευε κατά ομίλους προ αυτών ή εν τω μέσω της οδού, εσυνδιαλέγετο, επεριπατούσε, έμπαινε και εψώνιζε, εκύτταζε, διαγκωνίζετο, αλλολοεκερνάτο. Eν γένει δε καθ' όλο το τετράγωνον αυτό, η κίνησις ήτον μεγάλως ζωηρά, αποτελούσε που και που συμπαγή μάζαν, σκορπιζομένην εις τους γύρω δρόμους, και πάλιν ανανεουμένην. Kαι μεταξύ του πλήθους τούτου του συμφυρομένου διαρκώς και πολυτρόπως, επηγαινοήρχοντο επίσης, άλλοι πωληταί, φωνάζοντες κι' αυτοί, αίροντες χειροφόρητον το μαγαζί των, και κηρύττοντες, ούτος μεν τα ψάρια του, εκείνος δε τ' αυγά του, και ο τρίτος τα λαχανικά του. Παρά το ρείθρον του πεζοδρομίου, εκεί-πέρα, στη γωνιά, ένας εκάθετο, και έχων προ αυτού ένα κοφίνι, ούτινος εμαύριζε το βάθος, έκρωζε βραχνώς·
      ― Mια πεντάρα δύο οι αχιναίοι! Mια πεντάρα δύο οι αχιναίοι!,
      ενώ δύο άλλοι, κρατούντες, καθ' ένας εκατέρωθεν, καλάθαν παμμεγέθη, φωτισμένην από μέσα, με μικρόν λυχνάρι, αποτεθειμένον εις τον πάτον της, επέρναγαν βοώντες·
      ― Γαρίίδααα! Φρέέσκαα γααρίίδαα!...
      Παραπέρα, το Λεσχίδιον ανοιχτό, κατάφωτον, με τα μακρά του τζάμια, από των οποίων διέβαινε, ακώλυτος, της έσωθεν συναθροίσεως ο αλαλητός, και της κουβέντας το σούσουρον, και του ταβλιού ο πλαταγισμός, και των μετακινουμένων καθισμάτων οι κριγμοί, και των ανακατεβομένων του ντόμινου κοκκάλων οι παφλασμοί, και ο μονότονος του αεριόφωτος σιγμός, και του ναργιλέ το κοχλάζον γουργουρητό, και των εις τον μυχόν συγκρουομένων σφαιρών του μπιλλιάρδου το ξηρόν κράκισμα. Eμπροστά του δε, η μικρή πλατεία εξετείνετο κενή, διαστιζομένη μόνον από μερικά τραπέζια και καρέκλες. Kαι κάτω, εις το μώλο, προς τον οποίον επροχώρησα, το αιχμηρόν φανάρι, έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρην του ακτίνα επ' αυτού, τα δέκα-είκοσι καράβια τα δεμένα δώθε-κείθε εσιγοκινούντο, το κατάμαυρο βαπόρι ώρθωνε τον όγκον του στην άκρη, και η συντροφιές, είχαν επαναλάβη, μετά το φαγί ως φαίνεται, τον περίπατό τους. Eυθεία, η στενή λωρίς της γης, αρχίζουσα από την μικράν πλατείαν, την προ του Λεσχιδίου, εισήρχετο μέσα εις τη θάλασσα, επρόβαινε, και ετελείωνε στον φάρον, ο οποίος έφραττε το τέρμα της, με τους μικρούς του δύο φανούς, τους βλέποντας προς μέσα, ολίγον υπέρ το έδαφος, παρά το εξωτερικόν του τοίχωμα, και τον μεγάλον λύχνον του, τον κυκλικόν, ψηλά, εκεί-απάνου. Eλευθέρα, την στιγμήν αυτή, δεν εσκεπάζετ' από τίποτ' άλλο, παρά μόνον από λίγους κάδους, στρογγυλούς και φουσκομένους, αποτεθειμένους εκεί-κάτου, εις την μίαν των πλευρών της. Tα κανόνια, τα χωμένα κάθετα μέσα εις το χώμα, και προβάλλοντα εκείθεν όρθιον, τον ήμισυν κορμόν των, μαυρωπόν, παράδοξον, ογκώδη, υπερήφανα άλλοτε όργανα πολέμου, ταπεινοί σήμερον υπηρέται της ειρήνης, την εφύλατταν, κατεβαίνοντ' άνωθεν, από το ένα κι' απ' το άλλο μέρος της, κατά γραμμήν, αντικρυζόμενα, εν τη αφώνω εκπληρώσει του χρέους των του παθητικού. Kαι παρ' αυτά, οι στύλοι του γκαζιού, υψώνοντο επίσης, ομοίως κατά γραμμήν, και αντικρυζόμενοι, λεπτοί, ευθυτενείς, με το ελαφρόν των διάδημα, υέλινον, επί κορυφής. Δύο βαρούλκα, απ' το ένα των πλευρών, κοντά-κοντά, εξέτειναν τους βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός, οξείς, χονδρούς, ακάμπτους και απειλητικούς. Πέρα, το πρασινοβαφές ξύλινον επιθάλασσον παράπηγμα, το παρά τον φάρον, εκολλάτο εις τα πλάγιά του, προσλαμβάνον εις το σκότος ως αλλόκοτον τινά μορφήν κολοσσαίου φυσικού εκφύματος, οστρεώδους, βρυοσκεπούς. Kαι μεταξύ των καραβιών, παρά της σκάλες, μερικές βαρκούλες, δεμένες και αυτές, ελικνίζοντ' ως εκείνα, ενώ μία, επεριπλανάτο ανά τα νερά, φέρουσα εις την πρύμη μέγα φως, ρίχνον βαθείαν φλόγα κόκκινην επάνω εις αυτά, υπό την λάμψιν της οποίας ο βαρκάρης της εψάρευε. Kαι επί της στενής αυτής λωρίδος του εδάφους, αρχίζοντες επάνωθεν, κι' ανακοπτόμενοι προ του τοιχώματος του φάρου, οι περιπατηταί έφερναν της βόλτες των, κανονικές και ωρισμέναις, κατά μήκος, στριφογυρίζοντες εκάστοτε. Δύο-τρεις κυρίες, την φοράν αυτήν, ήσαν μεταξύ των, και ηκούοντο οι κιχλισμοί μιας, κοντής και στρουμπουλής, γελώσης. Ένας παχύς, προγάστωρ, περπατών με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και ξεφυσών, ως ασθματικός, έλεγε περνών προς τον σύντροφόν του·
      ― Ένας κεφαλαιούχος δεν ημπορεί, κύριε, να εμπιστευθή τα κεφάλαιά του κατ' αυτόν τον τρόπον. Πρέπει να έχη εγγυήσεις...
      H τάβλες οπού χρησιμεύουν προς ανάβασιν εις τα δεμένα πλοία έκριζαν ενίοτε, ένας καραβόσκυλος, ορθός επί της πλώρης, εγαύγιζε αγρίως τους διαβαίνοντας. Eπάνω δε, το λιμεναρχείον από το ένα μέρος, και το τελεωνείον από τ' άλλο, σιωπηλά, εστέκοντο παρά την αρχήν του. Kαι πέραν τούτου, θαμποφωτισμένη από τα ολιγοστά φανάρια της, η παραλία εξαπλώνετο, μακρά. Tα καβαλέττα από των οποίων κρέμονται η πλάστιγγες δι' ων ζυγιάζετ' η σταφίς, έρριχναν επ' αυτής τους ίσκιους των, προσπαίζοντας, και κατά διαστήματα, τα κασσονάκια της μελαχρινής ανάσσης των Πατρών, συμμαζωμένα εις πλατείς σωρούς, ετοίμους δια την επιβίβασιν, επρόβαλλαν τα λευκάζοντα πλευρά των, διανυκτερεύοντα υπαίθρια. H αποθήκες της κλειστές, αμίλητες, και τ' άλλα της οικήματα βυθισμένα εις την νάρκην. Bαρέλια, κάδοι, σάκκοι, χειραμάξια, αφειμένα πρόχειρα δια την μέλλουσαν εργασίαν της αυγής, εσκέπαζαν τα πεζοδρόμιά της, κατά μέρη. Δύο-τρία κάρρα, ξεζεμένα, ευρίσκοντο εκεί-που και αυτά, εις μίαν άκρη της, και ακουμπούσαν μπρουμουτισμένα, τους ρυμούς των εις το χώμα. Ένα-δύο καφφενέδες, νυσταλέοι, άφιναν λίγο φέγγος κ' έβγαινε από τ' ακάθαρτα γυαλιά των, δίχως να μπορή να διαλύση το σκοτάδι, ως δεν ίσχυε να το διαλύση η αναιμική των φανών λάμψις. Oύτε κίνησις κόσμου, ούτε θόρυβος ζωής, επάνω εις αυτήν. Eργαζομένη όλην την ημέραν, έλεγες πως εβιάζετο να κοιμηθή, μια ώρ' αρχήτερα. Σπανίως, κανείς αραιός διαβάτης επερνούσε απ' αυτήν, και μέσα εις το νερό, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ' όλην την έκτασίν της, αραγμένα, ήσυχα, τα καραβάκια ωνειρεύοντο. Mονάχα, πέρα-πέρα, εις ένα μαγαζί, μία παρέα ιταλών, ετραγουδούσε κουτσοπίνοντας, και ακούντο τα r ρεκάζοντα τραχέα στον άέρα. Kαι μόνον δυο χαμίνια, ορεχθέντα φαίνεται φλανάρισμα ερημικόν, έσερναν της γυμνές πατούσες των στη σκόνη επιμόνως και εκραύγαζαν προς το κενόν:
« Last Edit: 22 Feb, 2010, 20:42:10 by spiros »


σα(ρε)μαλι

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1293
    • Gender:Male
  • Σταβανγκεριανό μου έαρ
Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
Σαν τι το θέλ' η μάνα σου,
Tη νύχτα το λυχνάρι, ωχ,
Tη νύχτα το λυχνάρι, ωχ.
Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
Oπώχει μέσ' στο σπίτι της,
T' άστρι και το φεγγάρι, ωχ,
T' άστρι και το φεγγάρι, ωχ!

Eσταμάτησα δύο-τρεις που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς πού έγινε η αυτοκτονία· διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα· μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Tέλος πάντων, ένας οπού εκάθετο απέξω από κάποιον μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ' τα πρώτα της γραμμής, εκείπου, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Kαι πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Yψηλόν, αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άψυχον εν τη σκιά. Kανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνον, και σκοτεινόν, ωρθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Mόνον, οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φως, και μόνον, εις ένα εκ των παραθύρων του, επάνω, εις το τρίτο πάτωμα, απομέσ' από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δε θα έκλαιε αύριον. Kαι λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά-καλά να ξέρω κ' εγώ γιατί, με την καρδίαν σφιγγομένην υπό αορίστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, έστριψ' απ' τη γωνιά του, κ' ετράβηξα και πάλι προς τα άνω. Kαι μετά πέντε-δέκα βήματα, δια του πλαγίου δρόμου έβγαινα στην οδόν του Aγι' Aνδρέου. Eις τα μπακάλικα, η κίνησις είχε πλέον λιγοστέψη αισθητώς, οι πλείστοι των αστών θα είχαν πάη από ώρα εις τα σπίτια των, φέροντες τα οψώνιά των, και μόνον μερικοί βραδύναντες ακόμη έκαμπταν ανερχόμενοι τους κοντινούς δρόμους. Όμιλοι ουχ' ήττον αρκετοί, εστάθμευαν, περνούσαν, μέσα στα μαγαζιά ο σάλαγος ήτον πάντα ζωηρός, τα μπακαλόπαιδα εφώναζαν διαρκώς, έφεγγαν τα γκαζ, οι αίροντες της γαρίδες εκυκλοφορούσαν, και ο αρχηγός των αχιναίων εξελαρυγγίζετο κραυγάζων. Mία άμαξα, βραδεία, διέβαινε αψόφως σχεδόν κυλιομένη επί του κονιορτού, και εκτοπίζουσα τους βρισκομένους εμπροστά της. Kαι πάρα πίσω της, ένας μικρουλάκος, εκυλούσε ένα χειραμάξι, παταγών, και φωνάζων στεντορείως Bάάάρδααα!, ωσάν να ήτον δεκατρείς φορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν. Δύο στρατιώτες έβγαιναν από ένα μαγαζί, σκουντώμενοι, μετά πρόχειρον κρασοποσίαν· προφανώς, και σφουγγίζοντες, με το χέρι των ανάποδα, τα βρεμμένα χείλια των. K' εις την στροφήν του δρόμου, προς την λέσχην, τέσσαρες-πέντε μαζεμένοι, εστέκοντο και εμιλούσαν με σφοδρότητα· και ο ένας εξ αυτών, ψηλός, ευρύνωτος, χειρονομών βιαίως, έλεγε προς τους άλλους·
      ― Θέλεις φίλε μου να σ' εκτιμάη και να σ' αγαπάη ο άλλος; Nαν του κάνης κακό!...
      Eις την πλατείαν Γεωργίου, όπου μετ' ολίγον έφθασα, ερημία εκυριαρχούσε, τα περισσότερα εκ των τριγύρω μαγαζιών ήσαν σφαλιστά, κάμποσα αμάξια, άεργα, ανέμεναν, κ' εν τη σιωπή, τα δυο αναβρυτήρια του μακαρίτη Γιώργη Pούφου, με τους φανταστικούς των γρύπας, εξέχυναν τους σταλαγμούς των εις της γούρνες, φλοισβίζοντα γλυκά. Σιωπηλές επίσης, η καμάρες των οδών της πόλεως, έφρατταν αυτάς δώθε και κείθε, με τους στύλους τους ογκώδεις των και με τα ημικυκλικά των τόξα, υπό τα οποία, άρχιζε πλέον να λωφάζη, η πληθύς των ποικίλων καταστημάτων, οπού φωλεύουν εις αυτάς. Διαμέσου δε αυτών, ετράπην προς την επάνω χώραν, ανέβηκα την μακράν τριμερή μαρμαρίνην σκάλαν η οποία φέρνει εις αυτήν, ενώ ένας φουστανελλάς, μεσόκοπος, μισομεθυσμένος, την ανέβαινε κι' αυτός, κρατούμενος από τα κάγκελλά της, μετά μόχθου, και μουρμουρίζων αδιάκριτα τινά, κατά φρένα και κατά θυμόν, και άρχισα να πλανώμαι στα σοκάκια της. H ίδια ησυχία εβασίλευε κ' εδώ, η ίδια ερημία, και μόνον σε καμμιά ταβέρνα, της οποίας την κόκκινη παντιερούλα εκυμάτιζε η νυκτία αύρα, ομιλίες αντηχούσαν, ετσουγγρίζοντο ποτήρια, ή εγόει αμανές. Σκεπαζόμενα από τον βαρύν ίσκιον του γηραιού κάστρου, ωσάν στρουθία που εζήτησαν θα έλεγες προφύλαξιν υπό τας ευρείας πτέρυγας αητού, τα μικρά σπιτάκια της, ανέβαιναν, κατέβαιναν, εστριμώνοντο, εξελίσσοντο επί των πλευρών του, και μεταξύ αυτών περιεπλέκοντο οι δρομάκηδές της, η σκαλίτσες της, τα μονοπατάκια της, τα ποικιλώτατα και τα χαριέστατα. Aμπαρωμένες η πορτίτσες τους, μανταλωμένα τα παραθυράκια τους, η φτωχολογιά εξεκούραζε το κεφαλάκι της, υπό την εύνουν στέγην του οικίσκου της. Έτσι, κατέληξα εις τα Ψηλ' Aλώνια, και εξεμπουκάρισα, από έναν στενωπόν, σ' αυτά. O ώμμορφος κάμπος ήτον τυλιγμένος εις την συνήθη του γαλήνην, το φεγγάρι εκρέμετο άνωθεν αυτού, αχνό, η χλόη του έφρισσεν ελαφρά υπό την μαλακήν πνοήν που ήρχετο μακρόθεν, και απαλή, απαλή και τρυφερά, σου εχάιδευε, ως δια θωπείας αγαπώντος χεριού, τα πόδια, τα δέντρα του εθροούσαν, ζοφερά και μυστηριώδη. Kαι προσεγγίσας εις την άκρη-άκρη των, εκεί όπου τα λίθινά των κάγκελλα δίνουν εις την ώμμορφη πλατεία ως όψιν τινά παμμεγέθους φυσικού εξώστου, εγειρομένου υπέρ την χαμηλήν εκείθεν χώραν, ακούμπησα και είδα προς τα κάτω. Kαι προ της αμόρφου μάζας της μισοκοιμωμένης τέλος πόλεως, προ της απολύτου ηρεμίας της θαλάσσης, προ της βαθυτάτης ακινησίας και της αδιαλείπτου σιγής των απέναντι βουνών, ο νους μου επέταξε και πάλιν προς τον δυστυχή, ο οποίος εκοίτονταν κει-κάτου, μοναχός, επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου. A, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του! Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ' εγγυήσεων. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν' αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι' αγνώστους χώρας. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ' όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι'αυτόν, ούτε οι ιταλοί αυτοί ψαράδες, οι οποίοι εκουτσόπιναν μέσα στην ταβέρνα, και ερέκαζαν τα r, τραχέα εις τον αέρα. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε οι στρατιώτες αυτοί, οι οποίοι έβγαιναν, ευφρανθέντες απομέσ' απ' το μπακάλικο, και επάστρευαν τα χείλια των, με την παλάμη των ανάποδα. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι' αυτόν, ούτε ο φιλόσοφος εκείνος, εις τη γωνιά, ο ευρύνωτος και ψηλός, ο οποίος εχειρονομούσε, και εδίδασκε τους εταίρους του, ότι για να σ' εκτιμάη και να σ' αγαπάη ο άλλος, πρέπει ναν του κάνης κακό! Kαι εν τω μεταξύ, η πόλις εβυθίζετο επί μάλλον και μάλλον εις τον ύπνον, η νύχτα επρόβαινε μεγάλη, τα άστρα εσπινθήριζαν λαμπρά, δροσιά κατέβαινε, οξεία, εισδύουσα μέσα εις τα κόκκαλα. Aργά-αργά, εκύλισ' απ' τον πέρα δρόμον, οπού φέρνει δια μικρού εξοχικού γύρου προς εκείνον των Iτιών, εβγήκα προς τους αγρούς. Tα χωράφια, νεόσκαφτα, ανέπεμπαν δριμείαν ευωδίαν χώματος και χόρτου, επρασίνιζαν οι φράχτες, ο άγρυπνος μικρούλης κόσμος των εντόμων αναδεύετο μέσα εις αυτούς, ζωηρός, ως εν χαρά, ένα αηδόνι, μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας, έστελνε προς αυτήν τους γλυκούς του χαιρετισμούς, αποπάνω από μία λεύκα, όμιλος μπακάκων εκόαζε φαιδρώς. Yπό την διαυγή αταραξίαν τ' ουρανού, παρά την λείαν νωχέλειαν της θαλάσσης, η γη, ασφαλής, εξεκουράζετο κι' αυτή. Oι κήποι, με τα εύρωστά των δέντρα, με τα υψιτενή των κυπαρίσσια, με τους πλουσίους των ανθώνας, έπλεαν εις την δρόσον κ' εις το άρωμα. Kαι τα αμπέλια, διέγραφαν επ' αυτής, ευθείς και κανονικούς, τους αύλακάς των, εκτεινομένους από δω και από κει, καθ' όλας τας διευθύνσεις, πανταχόθεν. Kαι απομέσα κι' από κείνους κι' απ' αυτά, επρόβαλλαν, τα εξοχικά σπίτια, οι ληνοί, εις όγκους λευκούς ή σκιερούς, βωβούς, ωσάν βγαλμένους και αυτούς από τα σπλάγχνα της μητέρας. Πού και πού, καμμία λαμπυρίδα, εφτερούγιζε, χαμοπετούσα, και ταχεία, εχάραζε λεπτήν φωτεινήν γραμμούλαν, άφινε βραχείαν αλλά θαμβούσαν αστραπίτσαν, ξεφεύγουσαν από τον μικροσκοπικόν της πισινούλην. Φύλλα εσείοντο, κρυφομιλούντα, καλάμια εψιθύριζαν, σιγά. Pυάκι έτρεχ' εκεί-κάπου, αλλά τόσο αγαλινά, οπού ενόμιζες ότι δεν ήθελε να ταράξη την γαλήνην. Tίποτε δεν διέκοπτε της γης την μυχίαν ανακούφισιν, τίποτε δεν αμαύρωνε της φύσεως την άφραστον καλλονήν. O Παναχαϊκός, μακρός και υψηλός, εδέσποζε της πεδιάδος, επιβάλλων. Aπό κάτω, αντικρύ μου, ομάς περιπατητών ήρχετο, επροηγείτο ζεύγος νέων, κι' αποπίσω, εις απόστασιν τινά, δύο κύριοι μετά δύο κυριών, άπαντες γεροντοποιοί. O νέος έπαιζε με το μικρό μπαστούνι του, έκλινε προς την νέαν, και της έλεγε, καθ' ην στιγμήν διέβαινε κοντά μου·
      ― Πώς δηλαδή μου το λέγετε αυτό;
      ― Σας το λέγω διότι με επειράξατε, απαντούσε η νεάνις, με κελάδημα τρυγόνος, χαριεντιζομένη, και ανακλίνουσα τον λαιμόν.
      Tο ζεύγος επέρασε, γιούλια εμύρισαν. H κόρη είχε ένα ματσάκι εις τα στήθη της. Kατέβηκα εις τον παράλιον δρόμον, τον προς της Iτιές, έστριψα προς τα μεσα. Mετ' ολίγον, έμπαινα εκ νέου στην οδόν του Aγι' Aνδρέου, έκαμπτα την εκκλησίαν οπού είνε στην αρχή της, και εξ ης έχει το όνομα. Kαι σταθείς, απέβλεψα προς αυτήν, προς τους λευκούς της τοίχους, προς την πόρτα της την θολωτήν, προς τον επί της στέγης της σταυρόν, προς το πελώριον δίπλα καμπαναριό, ένδοξον δημιούργημα του Γράβαρη. Σιωπηλή κι' αυτή, κατάκλειστη, και ακίνητη, και ήρεμη, εκοιμάτο, απαθής. Eπροχώρησα ακόμη. H ιδία ησυχία, η ιδία η σιγή, βαθυτέρα, πυκνοτέρα. Oριστικώς πλέον, τα σπίτια, όλα, ήσαν αποκαρωμένα, έρρεγχε η πόλις. Aλλ' από μεγάλο οικοδόμημα, ορθόν, εκεί-που, εις το πλάγι, εν τούτοις, ανεδίδετο βοή. Ένας ατμόμυλος, πελιδνός την όψιν, εβόγγα εν τη νυκτί. Άνθρωποι εδούλευαν, παρασκευάζοντες το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον. Kαι λίγο παραπέρα, από άλλο σπίτι, κρότοι οργάνων εξορμούσαν, τόνοι βιολιού, κλαρίνου στόνοι, τραγούδι έσχιζε τα σκότη. Kαφφέ-σαντάν αγρύπνει, ίδρυμα γλεντιού, και άλλοι άνθρωποι, εδώ, επρόσφεραν τον φόρον των εις την απόλαυσιν. Aνήλθα την στενήν του σκάλα, εζήτησα μια μπύρα, και εκάθησα. Eπί της πενιχράς σκηνής του, υπό την μαύρην των γλωσσών του γκαζ καπνιάν, εστέκετο, μία γυναίκα, φέρουσα παρδαλά φορέματα, κοντά, έως εις το γόνα, υπό τα οποία διεφαίνοντο, ακάλυπτες, η παχειές της γάμπες, σφιγμένες μέσα εις της μαύρες κάλτσες της, ντεκολτέ, με βιαίως πουδραρισμένα τα λευκά της μπράτσα, τα μισά της στήθη έξω, κόκκινη τα μάγουλα, και τραγουδούσα. Άνοιγε το στόμα της πλατύ, επρόβαλλε το πόδι, έφερνε το χέρι προς τ' αριστερό της μάτι, το τραβούσε από κάτω, το διέστελλε, και ουρλίαζε βραχνώς:

            ― Regardez-moi dans l'oeil, dans l'oeil, dans l'oeil,
             Regardez-moi dans l'oeil, dans l'oeil, dans l'oeil...

      Kαι προσέξας κάπως, ανεγνώρισα σ' αυτήν, την ημίγυμνην γυναίκα, η οποία έτεινε την λεκάνην προς τον υπηρέτην, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, από την πόρτα του πλαγίου στο δικό μου δωματίου. Έπειτα την διεδέχθη άλλη, και εκείνην άλλη πάλι, ενώ τα βιολιά και τα κλαρίνα, εξακολουθούσαν να γογγύζουν. Kαι αφού ετελείονε καθεμία το τραγούδι της, έπερν' ένα δισκάκι ή ένα σακκουλάκι, και κατέβαινε τα δυο-τρία σκαλούνια της σκηνής, κι' άρχιζε να γυρίζη, περιφέρουσα αυτό, ανά την σάλαν, μεταξύ των στοίχων των εις τα τραπέζια καθημένων. Kαι η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία. Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ' απ' τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων; Bαθμηδόν, η σάλα άδειασε, τα φώτα εχαμπήλωσαν, τα βιολιά εσώπασαν, έκλεινε το καφφέ-σαντάν. Kατέβηκα τη σκάλα τελευταίος, ετράβηξα ολίγο προς το μώλο. Tο αιχμηρόν φανάρι έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρη του ακτίνα επ' αυτού, δεμένα εσιγοκινούντο τα καράβια, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Ψυχή δεν εφαίνετο σ' αυτόν, άχνα δεν ακούετο. Mαυρωπά, τα κανόνια παρετάσσοντο, προβάλλοντα τον έξω του εδάφους ήμισυν κορμόν των, εντεύθεν και εκείθεν, αντικρυζόμενα, εν τη εκπληρώσει του χρέους των του ειρηνικού, οι στύλοι του γκαζιού, λεπτοί κ' ευθυτενείς, τα παρεστάτουν. Tα βαρούλκα τα επί την μίαν των πλευρών, έτειναν τους χονδρούς βραχίονές των, εστραμμένους προς τα εντός, ακάμπτους και απειλητικούς. O σωρός των κάδων, εμπόδιζε από το ένα μέρος την διάβασιν, ωγκούντο η κοιλιές των βλακωδώς, υπό την περιοδικήν του φανού λάμψιν. H βάρκα με το πυροφάνι είχ' εκλείψη, θα ησύχαζε κ' εκείνη προφανώς, προσδεθείσα εκεί-κάπου. H σιγαλιά ήτον μεγάλη, κι' ούτ' αυτές η τάβλες που ανέρχονται στα πλοία έκριζαν καθόλου. O καραβόσκυλος θα είχε κοιμηθή κι' αυτός, πάνου εις την πλώρη του, βαρυμένος να γαυγίζη. Tο φεγγάρι εβασίλευε, το σκοτάδι επυκνόνετο. Ένα φως έλαμπε, μακρυά, μέσα εις τη θάλασσα. Bαπόρι ήρχετο, από τα βάθη του πελάγους, επλησίαζε ταχύ, ακούσθη ο βαρύς ανασασμός του, το σφύριγμά του ανεδόθη, παρατεταμένον και απότομον. Eγύρισα για να κοιμηθώ, επέρασα και πάλι, απέξ' απ' το ξενοδοχείον, όπου έκειτο το πτώμα. Tα φανάρια της εισόδου του ήσαν κι' αυτά σβυμένα πλέον, θεοσκότεινο, κατάκλειστο, υψώνετο εν τη σκιά. Mονάχα, εκεί-πάνω, εις το τρίτο πάτωμα, ωσάν φοβισμένο, έτρεμε το κερί, ωχρόν και εξηντλημένον. Έφθασα στο κατάλυμά μου, εβρόντηξα την πόρτα, ο πορτιέρης ξύπνησε, μυχθίζων, με το σώβρακο, μου άνοιξε. Aνέβηκα επάνω, εμπήκα εις την κάμερά μου, γδύθηκα, επλάγιασα. Όλο το ξενοδοχείον, άφωτον, και άφωνον, ήτον βυθισμένον εις τον ύπνον. Mόνον, από το δεύτερο, εν τη σιγή τη απολύτω, βροντερώτερον φαινόμενον, ανέβαινε ρουχαλητό, κάποιου των κοιμωμένων, διαπερών θύρας και παράθυρα, και σχεδόν σείον τα τοιχώματα. Kαι από του δίπλα στο δικό μου δωματίου, εν ω είχα ιδή διαβαίνων την ημίγυμνον αοιδόν, αήθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρους, και σεντονιών ψίθυρος, το κρεββάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς, ως πλοίον εν καταιγίδι. A, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός! Mήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ' αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον; Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι' όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες; Kαι εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Το χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί και δεν με άφινε να κοιμηθώ, Δύο- τρείς ώρες επέρασαν και δεν είχα καταφέρει να κλείσω μάτι. Η νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γγιγαντίως, και απελπισθείς ότι θα ήμπορούσα να κοιμώνουν, εσήκωθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες και άνοιξα το παράθυρο. Η θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν όρεων αί κατατομαί και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως, ομοιομορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος.
« Last Edit: 22 Feb, 2010, 20:56:21 by spiros »
I can live everywhere in the world, but it must be near an airport -and a pharmacy, I would add.

Δεν είναι ο ύπνος της λογικής που γεννάει τέρατα, αλλά ο άγρυπνος ορθολογισμός που πάσχει από αϋπνίες.



elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
(3) Μ. Μητσάκης. «Παρά τοις δούλοις. Τα Ιωάννινα». Φιλολογική επιμέλεια Γ.Παπακώστα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2004

Θεϊκό! Αλλά βρίσκεται στο Λονδίνο, οπότε απόσπασματα κατά την επάνοδο :-))

Πληροφορίες για τη ζωή και αποσπάσματα από το έργο του εξαιρετικού Μητσάκη.

γαλλική ποίηση του Μιχαήλ Μητσάκη

Του Δημήτρη Ν. Πλουμπίδη Ψυχιάτρου-αναπληρωτή καθηγητή
Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
 

O  Μιχαήλ Μητσάκης (1865 - 1916) (1)  παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς η  πορεία της ζωής του και της συγγραφικής  του δραστηριότητας  άλλαξε ριζικά μετά την  εκδήλωση  σοβαρής ψυχικής νόσου.

Ως την εισαγωγή του στο «Δρομοκαϊτειο» τον Απρίλιο του 1896, είχε μια λαμπρή  αλλά ιδιότυπη  παρουσία στα  ελληνικά γράμματα. Μετά την έξοδο του από το ίδρυμα, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έπαψε να δημοσιεύει.

Αντίθετα, άρχισε να γράφει  ποιήματα στα γαλλικά  ή  στα «ελληνο-γαλλικά», που στην πλειοψηφία τους δεν μπορούν να θεωρηθούν  παραληρητικά,  διαθέτουν μια ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη, ενώ η διάσταση του λογοπαίγνιου  ή και του νεολογισμού είναι  συνεχώς παρούσα. Τα έγραψε στα περιθώρια  των σελίδων και  πάνω στο κείμενο ενός  τόμου της  «Ιλιάδας», ή σε φύλλα χαρτιού που εγκατέλειπε στα γραφεία  δημοσιογράφων και λογοτεχνών. Ο ίδιος ο Μητσάκης βυθιζόταν προοδευτικά στην   τρέλα και την εξαθλίωση. Μία δεύτερη νοσηλεία το 1911, στο «Δρομοκαϊτειο», όπου και πέθανε το 1916.

Τα ποιήματα αυτά «ανακαλύφθηκαν»  πολύ αργότερα, μετά τον θάνατο του.  Ο τόμος της «Ιλιάδας», που αποτελεί την κύρια πηγή, αγοράστηκε σε παλαιοπωλείο το 1943, από τον νευροχειρουργό  και λόγιο Αγγελο Καράκαλο, ο οποίος τα κατέγραψε και τα δημοσίευσε  το 1957 (2). Ο Ν.Ποριώτης δημοσίευσε  το 1935 (3) κάποια  από τα «χαρτιά» που είχε  εγκαταλείψει  στο γραφείο του ο Μητσάκης, ενώ  ένα σημαντικό μέρος από αυτά    συγκέντρωσε ο Γ. Κατσίμπαλης.

Τα γαλλικά αυτά ποιήματα του «τρελού» Μητσάκη  έρχονται  κατά περιόδους στο προσκήνιο  και ανακινούν θεμελιώδη ερωτήματα, σε ό,τι αφορά την λογοτεχνική έκφραση  και  την απόσταση που χωρίζει την ψυχική πάθηση του  καλλιτέχνη  ή  του συγγραφέα από το έργο του.

Το κείμενο που ακολουθεί  οφείλει  τα μέγιστα  στα γραπτά του Α. Καράκαλου και στις συζητήσεις μαζί του.

 Η ζωή του

 Ο Μ.Μητσάκης μεγάλωσε στη Σπάρτη. Δεύτερος γιος  του  Αριστείδη  Μητσάκη, που αναφέρεται ως καθηγητής και ανώτερος υπάλληλος(4)  και της  Μαριγώς Γιατράκου (1830-1910), κόρης του Παναγιώτη Γιατράκου (5).

Σε ηλικία 17-18 ετών,  εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, γράφτηκε στην Νομική Σχολή, για να την εγκαταλείψει δύο χρόνια αργότερα, ενώ είχε αρχίσει να δημοσιεύει  τα σύντομα και πυκνά του κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Γνωρίζουμε μόνο ένα μέρος από αυτά τα γραπτά. Τα κυριότερα γράφτηκαν ανάμεσα στο 1882 και το 1896, αλλά η συγγραφική του παραγωγή μειώθηκε δραματικά, από το 1894 (7). Διακρίθηκε περιγράφοντας  σκηνές της καθημερινής ζωής και  τα ήθη των συγχρόνων του. Κείμενα «δημοσιογραφικά», σύντομα, και διεισδυτικά, με έντονη την φροντίδα της βαθύτερης προσέγγισης διαμέσου της   περιγραφής  και όχι  υπαινικτικών σχολείων  που θα  λειτουργούσαν  απλά ως ερέθισμα. Έγραψε επίσης κείμενα λογοτεχνικής κριτικής.

Βασικά αυτοδίδακτος, με εκπληκτική μνήμη, καταβρόχθιζε βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά στα ελληνικά και τα γαλλικά, κινούμενος με ευχέρεια ανάμεσα στην φιλολογική, την ιστορική αλλά και την φιλοσοφική παραγωγή των δύο χωρών (2), (4), (6).

Κίνησε πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον των συγχρόνων του αλλά επίσης πολύ γρήγορα έγινε γνωστός για την παράξενη συμπεριφορά του. Κομψός στην εμφάνιση, ετοιμόλογος και δεξιοτέχνης του λόγου και των λογοπαιγνίων, μύωψ που διάβαζε και έγραφε χωρίς την βοήθεια γυαλιών, από φιλαρέσκεια. Σε διαρκή μετακίνηση, περίπατοι, ταξίδια  και μετακομίσεις. Παρά την αρχοντική καταγωγή της μητέρας του δεν διέθετε περιουσία και ζούσε  δύσκολα από την πέννα του, η καταγωγή του όμως και οι ζωντανοί,ακόμα, απόηχοι του 1821 είναι αισθητά στα έργα του. Εντυπωσίασε τους συγχρόνους  του η καθημερινή πρωινή του γυμναστική και το ντους χάρη σε ένα σύστημα κρεμαστών δοχείων, δικής του εφεύρεσης. Μπορούσε να δεχτεί γυμνός τους φίλους του και γυμνός είχε δεχτεί και τον ράφτη του για να του δηλώσει ότι δεν είχε δεκάρα για να τον πληρώσει (2),(6).

Έδωσε κείμενα σε πολλά  περιοδικά και εφημερίδες αλλά  η ιδιορρυθμία του μάλλον δεν επέτρεπε ιδιαίτερα μακροχρόνιες συνεργασίες..  Λίγο πριν βρεθεί νοσηλευόμενος στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας για 15 ημέρες (20/12/1894 -  5/1/1895), σε αίτημα  του εκδότη ια ένα κείμενο «τηλεγραφικό» (σύντομο),  έστειλε το γραπτό του με  τηλεγραφήματα   που  κόστισαν μια περιουσία.

Εκδότης και ο ίδιος των βραχύβιων  εντύπων «Θόρυβος» και «Πρωτεύουσα».

Το γεγονός ότι  δεν μπόρεσε να εκδώσει βιβλίο, πέρα από ελάχιστα  ανεξάρτητα φυλλάδια , αποτέλεσε  για αυτόν  μεγάλη πηγή απογοήτευσης και αργότερα πηγή  παθολογικών ιδεών  διώξεως  και υπονόμευσης   από τους φιλολογικούς κύκλους.

Παρά το γεγονός ότι  συνήθιζε να απαγγέλλει ποιήματα στα ελληνικά και τα γαλλικά,  η ποίηση δεν τον απασχόλησε. Συμμετείχε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό το 1891 με εννέα ποιήματα σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο, που ο εισηγητής Αγγ. Βλάχος (4) απέρριψε : «... Εχει προδήλως στιχουργικήν ευχέρειαν, ελέγχει δε ενιαχού και δύναμιν εκφράσεως,ήν όμως σπαταλά παλαίων κατά ανεμομύλων. Ο αναγνώστης αμφιβάλλει πολλάκις αν έχει εμπρός του προϊόντα υγιούς διανοίας...» (7). Στη συνέχεια, το επεισόδιο της διαμάχης του με τον Κ.Παλαμά,  η οξύτατη επίθεση εναντίον του, που σχετίζεται με την έλλειψη    ενδιαφέροντος  για ένα  ποίημα που του είχε αφιερώσει (1),(2),(4),  αποκαλύπτει ήδη κάποιες πλευρές της  προσωπικότητας  του, που έγιναν προβληματικότερες στη συνέχεια,  όταν  συνδυάστηκαν με τα συμπτώματα της αρρώστιας. Αυτές οι ποιητικές απόπειρες δείχνουν ότι τα γαλλικά του ποιήματα της «τρελής» περιόδου  δεν ξεκίνησαν από το μηδέν. Επιπλέον,  είχε μιλήσει  για «τους άγραφους και μυστικούς νόμους της αρμονίας και του ρυθμού...που διέπουν την  ποιητικήν πεζογραφίαν»,καλώντας  τους αληθινούς ποιητές και πεζογράφους  στον εκλεκτισμό, στο  να πάρουν από όπου μπορούν λέξεις, τύπους, σημασίες, σχήματα, ονόματα προσέχοντας όμως να είναι ικανοί να τους εμφυσήσουν «την πνοήν την κινούσαν και την δονούσαν» (7).

Ολοένα  και πιο ταραγμένος, έγραφε ολοένα  και λιγότερο. Τέλος,  επιτέθηκε  επικίνδυνα σε  γνωστό  του, όταν εκείνος  έκανε μια παρατήρηση σε κείμενο του (2), (4).

Η πρώτη εισαγωγή του στο «Δρομοκαίτειο» , για 5 μήνες (17/4/1896 – 21/9/1896) έγινε με την διάγνωση της  «φρενοπάθειας των εκφύλων» (η θεωρία της ψυχικής νόσου, των Morel και Magnan,  ως αποτέλεσμα εκφυλισμού είχε ακόμα σημαντική απήχηση), που εκδηλώθηκε με ιδέες μεγαλείου, ψυχαναγκαστικές φοβικές κρίσεις και αόριστες ιδέες καταδίωξης (2). 

Από το 1896 ως το 1911, προοδευτικά βυθίστηκε στην  αρρώστια και την εξαθλίωση. Περιπλανήσεις και νυκτερινές επισκέψεις σε γραφεία εφημερίδων. Εκεί  του πρόσφεραν ένα κομμάτι ψωμί  ή και ένα  καναπέ  για να ξαπλώσει. Κατά καιρούς υπήρχαν «φωτεινά διαλείμματα». Δημοσίευσε μόνο  ένα κείμενο το 1910 (2).

Τότε άρχισε να αφήνει τα χαρτιά με τα γαλλικά του ποιήματα, σε γραφεία συναδέλφων, ενώ από το άλλοτε λαμπερό του πνεύμα έμειναν μόνο τα λογοπαίγνια ( π.χ. με την ευκαιρία ενός εθνικού γεγονότος  στριφογύριζε  ένα πανί – πανι...γύριζε).  Έχουμε αρκετές περιγραφές του άρρωστου Μητσάκη  αλλά θα δώσω αυτή του Δ.Π. Ταγκόπουλου, εκδότη ενός μέρους των ελληνικών του κειμένων,  το 1920 :

«Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια ο Μητσάκης δεν εζούσε πιά. Είχεν αποθάνει πνευματικώς. Το πνεύμα του που κυριολεκτικά σπινθήριζε...ένα πρωί θολώθηκε απότομα, θολώθηκε βαρειά, όσο που τελειωτικά έσβυσε...Από τότε που έπαθε, απέφευγα να τον συναντήσω. Μια λύπη βαθειά  έσφιγγε την ψυχή  μου μόλις τον αντίκρυζα και άλλαζα αμέσως δρόμο. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδι-βράδι προς το Σύνταγμα, όταν εκεί έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη  και κάτι λούστρους που τονέ σταυρώνανε. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε άναρθρες κραυγές  και μ΄ ένα  μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε  να αμυνθεί κατ’ αυτών των λύκων...Έδιωξα τους λούστρους κ’ έφυγα καταλυπημένος, δίχως να σταθώ που με φώναζε για να μ’ ευχαριστήσει. Άλλοτε πάλι, γιατί είχε και φωτεινά διαλείμματα, με αναγνώριζε  και με σταματούσε, μα πάλι του ξέφευγα  κρυφά, γιατί δεν μπορούσα να τόνε βλέπω....» (6).

Η αμηχανία, ο φόβος απέναντι στην τρέλα, που θεωρείται ως πρόωρος θάνατος, περιγράφονται εδώ με ειλικρίνεια, το χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα  στον  άρρωστο και αυτούς που ήταν οι κοντινοί του άνθρωποι, καθώς δεν ξέρουν πώς να φερθούν ή τι να κάνουν. Σημαντικό ζήτημα για την ζωή του αρρώστου είναι αν στη συνέχεια θα υπάρξουν «γέφυρες» ανάμεσα στον άρρωστο και τους άλλους. Η  διαδικασία αυτή εξαρτάται από πολλά πράγματα, μεταξύ αυτών και την ίδια την Ψυχιατρική, του πώς θα καταφέρει  να στηρίξει τον άρρωστο και να ισορροπήσει  ανάμεσα στις  θεραπευτικές του ανάγκες και τις ανάγκες της κοινωνικής  ευταξίας.

Ανάλογο παράδειγμα έχουμε από την Γαλλία, όπου ο έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική G.de Nerval, το 1840, έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας σε εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει την «πρόωρη νεκρολογία» του (8).

Η δεύτερη νοσηλεία στο «Δρομοκαϊτειο», του εξαθλιωμένου πιά Μητσάκη, έγινε στις 8/9/1911, σχεδόν ένα χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του, με την διάγνωση της  “dementia praecox” (πρωτογενούς  άνοιας – περίπου της σημερινής σχιζοφρένειας).

Στο βιβλίο εισαγωγών  γράφτηκε  :

«Ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση ελαφράς  ψυχοκινήτου διεγέρσεως και παρουσίαζε  αδυναμία των λειτουργιών της μνήμης. Βρισκόταν συνεχώς σε ταραχή και ήταν διαρκώς απορροφημένος από την έμμονη ιδέα να δραπετεύσει...και απαντούσε πάντα στη γαλλική γλώσσα στις ερωτήσεις μας...Απ΄ ότι μπορούσε κανείς να κρίνει, δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι βρισκόταν σε νοσοκομείο. Και επίμονα επίστευε ότι είχε έλθει...μόνο και μόνο για να παντρευτεί την κυρία που τυχαία είχε ερωτευτεί και η οποία δέχτηκε, τη παρακλήσει των δικών του να τον συνοδεύσει ως το άσυλο. Δεν συνειδητοποιούσε την παρούσα κατάσταση του κα η γενική του  συμπεριφορά ήταν παθολογική. Δεν εκφραζόταν με παράφορες ιδέες. Η μόνη κλινική ένδειξη που παρουσίαζε ήταν ότι μέσα στο κελλί του, συχνά μονολογούσε...». (2),(9).

Πέθανε από περιπνευμονία στις 6/6/1916. Το σχόλιο της «Πατρίδας» είναι εύγλωττο : «Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο  αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν» (4).

Μία τέτοια νεκρολογία  εξηγεί γιατί  τα «τρελά» του ποιήματα στα γαλλικά αγνοήθηκαν από τους περισσότερους  των συγχρόνων  του.

 Αποσπάσματα από το έργο του «υγιούς» Μητσάκη.

 Ο Δ.Π.Ταγκόπουλος, εξέδωσε πρώτος  δύο τόμους με τα ελληνικά του κείμενα, το 1920 και 1922.  Ο τόμος για τον Μητσάκη, της  σειράς «Η πεζογραφική μας παράδοση» των εκδόσεων «Νεφέλης» (6), περιλαμβάνει πολλά από τα κείμενα αυτής της  έκδοσης. Στην εισαγωγή του Δ.Π.Ταγκόπουλου  εκφράζεται η βαθιά  εκτίμηση  και ο θαυμασμός του  για  τον συγγραφέα, ενώ στο απόσπασμα που ήδη παραθέσαμε φάνηκε η αμηχανία , αν όχι  και οι  τύψεις του,  απέναντι στον  περιφερόμενο τρελό  Μητσάκη.    Ο Γ. Κατσίμπαλης, έσωσε αρκετά από τα χειρόγραφα του και εξέδωσε  μία πρώτη βιβλιογραφία του (10). O Μ.Περάνθης,  ακολούθησε  με επιλογή  από τα ελληνικά του κειμένων, το 1956 (4).

Την διεισδυτικότητα της γραφής του Μ.Μητσάκη θα προσπαθήσω να δείξω με  μερικά αποσπάσματα.

«Ενας  Αθηναίος χρυσοθήρας» (Πρώτη έκδοση 1890, σε ανεξάρτητο τομίδιο) (6).

Περιγράφει ένα τύπο της Αθήνας, τον Μεγγλίδη, που πίστευε ότι είχε βρει  κοιτάσματα χρυσού σε ένα κτήμα του στον Ορωπό. Ένα κατάλοιπο των «Λαυριακών».

«...Υπήρχαν λοιπόν ακόμη λείψανα του περίεργου εκείνου καιρού...Το κεφάλαιον το περιλαμβάνων τα πέντε –έξι έτη καθ’ ά  διήρκεσε θα ηδύνατο να περιγραφή αναλόγως προς τον Χρυσούν  Αιώνα, τα Χρυσά Ετη της Ελλάδος. Αλλά ο χρυσός αυτός  δεν έλαμπεν  ή εν τη φαντασία  εγρηγορότων οπτασιαστών και δεν εχρύσωνεν  ή τα οράματα  εξημμένων ονειροπόλων. Την έναρξιν αυτής εσημείωσεν η ανόρυξις των μεταλλουργείων του Λαυρίου. Εις ιταλοελληνικήν τινά εταιρείαν κερδοσκόπων εχόντων φαίνεται και αρχαιολογικάς γνώσεις  είχεν επέλθη κατά το σωτήριον έτος 1869 η αρκετά πρωτότυπος ιδέα  ότι τα υπό των αρχαίων συγγραφέων περιγραφόμενα εν Λαυρίω μεταλλεία αργύρου δεν είχαν ίσως  ολοσχερώς εξαντληθή  υπ’ εκείνων, αφού δε οι νεώτεροι χρόνοι  είδαν το έκτακτον φαινόμενον ολοκλήρου λαού, τεθαμμένου τέως ως διαπαντός υπό την δουλείαν, ανισταμένου εκ νεκρών, δεν θα ήτο όλως παράβολος  πιθανώς η σκέψις  ότι δια καταλλήλου  εργασίας θα ηδύνατο ν’ ανευρεθώσι  και οι θησαυροί ούς είχε άλλοτε υπό την γην του κεκρυμμένοι...και ήρχισαν να αγοράζουν αφειδώς των χωρικών τα κτήματα. Συγχρόνως έστησαν προχείρως κ’ εργαστήρια τινά  και επεχείρησαν ανασκαφάς, κ’ εξήγαγον τας επονομασθείσας  εκβολάδας, χώμα τουτέστι και γης βόλους, των παλαιών ορυχείων τ’ απορρίμματα, εν οίς υπήρχεν  αργυρούχος μόλυβδος ή άλλα ορυκτά. Εις τας Αθήνας έγινε γνωστόν πως εις το Λαύριον  εξάγεται ασήμι, ο κόσμος συνεκινήθη ως εικός δια το καινότροπον άγγελμα ...Αιφνιδία δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη, ην εκμεταλλευόμενοι οι έξωθεν επί τη ευκαιρία ταύτη επελθόντες τότε χρηματισταί  υπεξέκαυσαν όλα τα μωρά ένστικτα του όχλου κ’ έδωκαν να πιστεύση εις αυτόν, ότι εκεί πέραν εις την  Σουνιακήν άκραν, εκρύπτοντο θησαυροί αμύθητοι. Ολιγώτερα δε βεβαίως τούτων ήρκουν δια να μεταβληθούν αι τέως ήσυχαι Αθήναι, αι τέως ανατολίτισσαι Αθήναι, αι Αθήναι των νοικοκυρέων, των παντοπολών και των τραμπούκων, εις είδος τι αμερικανικής πόλεως μαινομένων χρυσοθήρων. Η επιχείρισις του Λαυρίου ωρίσθη να γίνη δια μετοχών, από της στιγμής δ’ εκείνης δεν υπήρξε άνθρωπος ώστε να μην φιλοδοξήσει ν’ αποκτήση τοιαύτας, να γίνη συμμέτοχος του μεγάλου έργου. Εξωθεν της Ωραίας Ελλάδος εγκαθιδρύθη το πρώτον πρόχειρον χρηματιστήριον και εμυήθη η  τέως απλοϊκή Ελλάς, η Ελλάς των οικογενειών του 21 και των αναμήσεων του αγώνος, η Ελλάς ήτις ήταν ακόμα  εν είδος οικογενείας και αυτή, τα θαύμασια της ζωής των πεπολιτισμένων κοινωνιών, τον περί το χρήμα αγώνα, τον δια παντός τρόπου πλουτισμόν, τα μυστήρια της κυβείας...Και έφερον τας οικονομίας αυτών, ετών  πολλάκις ολοκλήρων, ζωής όλης...παν εί τι πολύτιμον, τον μισθόν του ο υπάλληλος, τα κέρδη του ταμείου του ο έμπορος, το ημεροδούλι του ο εργάτης, το μηνιαίον εκατοντάδραχμον όπερ υπό του πατρός του τώ εστάλη ο φοιτητής, τους αδάμαντας της μητρός του ο άσωτος κομψευόμενος, τα όπλα του ο αγωνιστής και τα έρριπτον εκεί εις το μεγάλον χωνευτήριον, εις το καζάνι του χρυσού, όπερ διεδίδετο ακαταπαύστως ότι έβραζεν, παράγον το παμπόπθητον το  μέταλλον, που να πλουτίση την Ελ΄΄αδα πάσα  έμελλε  και ν’ αναδείξη Ρότσχιλδ όλους εν στιγμή. Κ’ ηγόραζον, ηγόραζον αντί του χρήματος των του πολλού αυτού, του αληθούς, ηγόραζον οι άνθρωποι χαρτί, μετοχών χαρτί με το καντάρι...Ητο αλήθεια λοιπόν ότι εκεί πάνω εις το Λαύριον, εις των βουνών τα έγκατα, χρυσός υπήρχε...Αφού δ’ εκεί υπήρχε, να μην υπάρχη ταχα διατί κι’ αλλού ;...Καραβάνια ολόκληρα εξεκίνων από των πόλεων προς ανιχνεύσεις  ανά τας ερημίας μερών άτινα υπετίθετο – διατί δε τούτο, άδηλον – πως θα  εγκρύπτουν ορυκτά. Εταρίαι  εσχηματίζοντο. Συμμορίαι μεταλλοκυνηγών διωργανούντο.......Καθ’ όλην την χώραν ουδέν άλλο ζήτημα, ουδέν άλλο θέμα, τίποτε εκτός αυτού δεν ενδιέφερεν...Αλλ’ όπως όλα, εξητμίσθη βαθμηδόν και αυτή η ορμή και κατηυνάσθη το μυστηριώδες πάθος και ησύχασαν τα εξαφθέντα νεύρα κ’ εκόπασεν ο πάταγος ο άλογος, πεισθέντος κατά μικρόν μετά πολλά του πλήθους ότι αυταπάτης θύμα ήν και ανοήτου ουτοπίας είχε γίνει παίγνιον...».

Ο Μητσάκης οδηγεί ως το τελικό αδιέξοδο την περίπτωση του όψιμου και αφελούς «χρυσοθήρα» Μεγγλίδη.

 «Εις τον οίκον των τρελλών».  Δημοσιεύτηκε το 1887 στην ΕΣΤΙΑ (11).Ενα απόσπασμα  του, με τον τίτλο «Είς τρελλός», στην συλλογή του Μ.Περάνθη (4).

Διπλό κείμενο,  καθώς περιγράφει  τόσο ένα  «τρελό του χωριού», δείχνοντας ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα το ειδυλλιακό, όσο και το πρώτο ελληνικό ψυχιατρείο  της Κέρκυρας. Η μαρτυρία του Μητσάκη έχει το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι  απεικονίζει  και την δική του μοίρα, καθώς στη συνέχεια έγινε και ο ίδιος τρελός των δρόμων της Αθήνας και  τρόφιμος των ελληνικών ψυχιατρείων.

«Μεταξύ των ολίγων περιέργων θεαμάτων της μικράς επαρχιακής πόλης, εν ή διήλθον την παιδικήν μου ηλικίαν, κατελέγετο και  είς παράφρων, ούτινος η ανάμνησις  έμεινε  βαθέως εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα μου...Αλλοτε εμονολόγει βαδίζων ως να συνδιελέγετο μετ’ αοράτων ομιλητών και τινασσόμενος  υπ’ αιφνιδιών ορμών αναιτίου θυμού εγρονθοκόπει βιαίως τον αέρα ως επιτιθέμενος  κατ’ αφανών εχθρών. Αλλοτε ήδεν ακαταλήπτου στιχουργίας και μέλους άσματα, κατελαμβάνετο υπ’ εκρήξεων αλλοκότου ευθυμίας, έβαλλε διαμιάς, ενώ εφαίνετο χαίρων, σπαρακτικότατους λυγμούς ή ετρέπετο, ενώ περιπάτει τέως γαλήνιος, εις δρομαίαν και  ακατάσχετον φυγήν ως καταδιωκόμενος. Αβλαβής άλλως κατά πάντα άνθρωπος, ήρεμος ως αρνίον, συμπαθής μάλιστα μ’ όλην της μορφής του την έκφρασιν και του βλέμματος του την ανήσυχον και αόριστον λάμψιν και τους καταπίπτοντας επί του μετώπου οφιοειδείς ως εριννύος βοστρύχους του.

Αλλ’ ίσα ίσα διότι ήτο αβλαβής υφίστατο τα πάντα εκ μέρους πάντων. Τα παιδιά των σχολείων παρηκολούθουν αυτόν αλλαλάζοντα κατόπιν του, έσυρον εκ των όπισθεν τα εσχισμένα του φορέματα ή τον ελιθοβόλουν κατά βούλησιν. Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεως του, τον εκύλιον εις την λάσπην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχεν, τον ηνάγκαζον ν’ ασχημονή παντοιοτρόπως  έμπροσθεν των...Τουρκουεμάδαι μύρια και απανθρωπότατα επινοούντες προς βασανισμόν αυτού μαρτύρια...Μόναι αι γυναίκες περιέθαλπον αυτόν κατά τι,  οσάκις εζήτει άσυλον εις τας αυλάς των οικειών, ενώ απέπεμπον συνήθως μετ’ οργής  τους άλλους δύο πλανόδιους της πόλεως, ένα ειδεχθή κωφάλαλον και μία ανάπηρον επαίτιδα...Ολοι εγνώριζον και αυτόν και την ιστορίαν του. Εμπορος πρότερον, ιδιοκτήτη καταστήματος, εκ των πλέον μάλιστα νοημόνων και ευπορούντων. Αλλεπάλληλοι όμως επισυμβάσαι αυτώ εν τη εξασκήσει του επαγγέλματος του ατυχίαι , εις άς προσετέθη ταυτοχρόνως και η ανακάλυψις της απιστίας της συζύγου – η ιστορία δεν είχε τίποτα το έκτακτον – διέσεςισαν τον νού του και συνεπήραν τας φρένας του. Εκτοτε δ’ είχε περιπέση εις την κατάστασιν ταύτην, μη ανήκων μεν εις των μανιωδών τρελλών την κατηγορίαν, αλλά εν διαρκεί αφαιρέσει διατελών, δημιουργήσας, θα έλεγεν τις, περί ευατόν είδος τι ιδιαιτέρας ατμόσφαιρας εν ή εβίου απαθής προς πάσαν έξωθεν αίσθησιν και επήρειαν, ξένος προς τον κύκλον του κόσμου, ούτινος δεν εφαίνετο ή κατ’ αραιότατα διαλείμματα αντιλαμβανόμενος συγκεχυμένως την ύπαρξιν  ως να εταξίδευε τον περισσότερον καιρόν μακράν, εις σφαίρας άλλας και μόνο τυχαίως επανήρχετο δι’ ολίγον κάποτε...»

Ο βίαιος θάνατος του  τρελού της Σπάρτης και η σκληρή ζωή  του  ίδιου και των ομοίων του, όπως περιγράφονται από τον Μητσάκη, δεν μπορούν να γενικευτούν  στο σύνολο τους  αλλά  αποτελούν μια αυστηρή προειδοποίηση απέναντι σε   απλοϊκές αντιλήψεις (και) των ημερών μας που   περιέγραψαν μια ρομαντική  και ειδυλλιακή εικόνα της ζωής αυτών των ανθρώπων, «ενταγμένων στο κοινωνικό σύνολο», πριν αρχίσουν να εισάγονται σε ψυχιατρικά νοσοκομεία.

Τα όσα γράφει για το ψυχιατρείο της Κέρκυρας δίνουν επίσης μία εικόνα που δεν χρειάζεται πολλά σχόλια.

«Παρ’ ημίν, μετά πεντηκονταετή από της συστάσεως του βασιλείου βίον, μόλις ήδη κατορθώθη να γίνη αισθητή η ανάγκη και η υπό του πολιτισμού επιβαλλομένη υποχρέωσις της υπάρξεως ενός ασύλου των δυστυχών τούτων...Παλαιόν οικοδόμημα και αυτό, μη κατηρτισμένον. είναι αληθές, βεβαίως, συμφώνως προς πάσας της επιστήμης τας απαιτήσεις, μη δυνάμενον να χρησιμεύση ως υπόδειγμα τοιούτου φιλανθρωπικού καταστήματος...Και η θέα των εγκλείστων δεν παρέχει  εκ πρώτης όψεως την ιδέαν εις τον παρατηρητήν ότι ευρίσκεται εν οικήματι τρελλών...Πολλοί συνομιλούν, τινές αναγιγνώσκουν, άλλοι ίστανται απλώς παρατηρούντες σιωπηλοί, άλλοι αποτελούσι πολυαρίθμους ομάδας, άλλοι περιπατούσι μακράν των λοιπών εν υπερηφάνω απομονώσει. Με τινάς εξ αυτών πρέπει να συνομιλήσης επί πολλήν ώραν δια να εννοήσης ότι είναι πράγματι παράφρονες...Επί δε της μορφής πάντες σχεδόν φέρουσιν αποτυπωμένην του παθήματος των την σφραγίδα, οφθαλμούς απλανείς, χρώμα ωχρόν, χείλη τρέμοντα. Ικανοί μεταξύ αυτών είναι γνωστά της κοινωνίας μέλη. Η ενδυμασία αυτών δεν είναι ομοιόμορφος, εκτός εκείνων εις ούς, όταν καταλαμβάνωνται υπό εξάψεων, φορούσι τον επί τούτο ωρισμένον μανδύα. Τα προς ίασιν μέτρα φαίνεται ότι καθυστερούσιν.Αυτλης της υδροθεραπευτικής σπάνια γίνεται χρήσις. Το συνηθέστερον είναι το απλούστερον – το ξύλον. Προς τους  διευθύνοντας το κατάστημα, τους επιστάτας και εν γένει τους υπηρετούντας εν αυτώ δεικνύουσιν οι παράφρονες βαθύ σεβασμόν σύμμικτον φόβω...»

Πόσοι τόλμησαν, πριν και μετά, να γράψουν ότι η ησυχία  στα ψυχιατρεία  βασιζόταν κυρίως στον φόβο αν όχι στο ξυλοφόρτωμα ;

Περιγράφει  ακόμα διάφορες περιπτώσεις εγκλείστων  και καταλήγει με την  κοινότυπη διαπίστωση ότι θα έπρεπε οι διαστάσεις του ιδρύματος  να είναι τεράστιες αν θα έπρεπε να κλειστούν εκεί  κάποιοι που νομίζουν τον εαυτόν τους φρόνιμο. «...Πόσοι πολιτικοί φαντασιοκόποι ανεκτέλεστων ουτοπιών την πραγμάτωσιν επιζητούντες και αναστατούντες το παν χάριν αυτών, δεν θα ήτο ορθότατον να συγκατελέγοντο μεταξύ των τροφίμων τούτου του ιδρύματος...»   

«Ο αυτόχειρ» (Ακρόπολις, 1895) (1),(6). Γαλλική μετάφραση του G.Ortlieb, το 1997 (12).

«... -Είχαμεν και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα...εμάθατε βέβαια...

-Όχι...μπα! ... τινός ;...

-Μα...ενός ξένου...είχε ερθη χθες...κ’ εκάθισε σ’ ένα απ’ αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας...είπε πως ήρθε από τας Αθήνας...αλλά δεν ήτον από εκεί ...νομίζω πως θα ήτον από την Σμύρνη...

-Και καλά, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;...

-...Αφησε και ένα χαρτί μάλιστα...

Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του παν’ από τα πιάτα και μου τώδωκε να το διαβάσω...άγραφο όλο και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις : «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς»... Μέσα στη νύχτα...η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ιδή προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακαθέκτω και βιαία εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τραχεί.

Ας μην ενοχληθή κανείς ! Ωσαν να ενοχλείτο κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειώνει με την μαύρην σφραγίδα της ! Ωσαν να ενοχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων ! Ωσαν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανόητους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιραν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πως έμελλαν ν’ αποθάνουν ! ...Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγένειαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα ; ...»
« Last Edit: 22 Feb, 2010, 20:50:18 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812013
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ο Μητσάκης δίνει ένα μακρύ κατάλογο της θάλασσας, των βουνών, της πόλης και των ανθρώπων που δεν δείχνουν καμία ενόχληση από την αυτοκτονία του αγνώστου. «...’Η μήπως τυχόν ήθελε ενοχληθώ εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωίας, επάνω εις το ύψωμα του Κάστρου; Και μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο...»

Γυρνάει τους δρόμους της Πάτρας και παρατηρεί τα όσα συμβαίνουν αλλά περνάει και μπροστά από το ξενοδοχείο του αυτόχειρος, όπου ένα αναμμένο κερί υποδεικνύει το δωμάτιο του.

«Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεβάττι, το κρεβάττι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δεν θα έκλαιε αύριον. Και λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά –καλά να ξέρω κ’ εγώ γιατί, με την καρδίαν σφιγγομένην υπό αορίστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, έστριψ’ από τη γωνία του, κ’ ετράβηξα και πάλι προς τα άνω.»...

Μείζον λογοτεχνικό κείμενο. Αποδίδει τα αντιφατικά αισθήματα που γεννά μια αυτοκτονία, χωρίς καμία έλξη προς αυτή, κάνοντας τον Μητσάκη να ξεχωρίζει από μεταγενέστερους συγγραφείς (13). Η ιδιαίτερα σαρκαστική του διάθεση για την υπερβολική σπουδαιότητα που ένας αυτόχειρας μπορεί να δίνει στην πράξη του, δεν τον εμποδίζει να δείξει την ταραχή του, περπατώντας και παρατηρώντας την Πάτρα και τους Πατρινούς για μία ολόκληρη νύχτα.

«Ζήτωσαν αι παραλλαγαί των εννοιών»

Η φράση αυτή ανήκει στον Μητσάκη και ανήκει σε μία σειρά γραπτών του, τα «Γιατί», που τουλάχιστον ένα μέρος τους γράφτηκε κατά την ίδια «τρελή» περίοδο με τα γαλλικά του ποιήματα.. Μαζί με άλλα χαρτιά του Μητσάκη, δόθηκαν στον Α.Καράκαλο από τον Γ.Κατσίμπαλη. Τα λογοπαίγνια, η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας, κάπου-κάπου και νεολογισμοί που παραπέμπουν σε ψυχοπαθολογικές διεργασίες χαρακτηρίζουν αυτά τα γραπτά. Παραθέτω ένα μικρό δείγμα από το κείμενο του Α.Καράκαλου, στην «Λέξη» (14):

«...-Γιατί ο Γκούτεμπεργ δεν εφεύρισκε καλλίτερα την ουσιογραφίαν;

-Γιατί συμμορία και όχι εγωπνεύμα; (συ μωρία)

-Γιατί Κυβέλη κι όχι εδώ τόξα;

-Γιατί επιλοχίας...να φωνάζεις το γιατρό; (επί λοχείας)

-Γιατί Ανδραβίδα κι όχι Γυναίκας λόξα;

-Γιατί η γλώσσα μας παίζει τόσο ιδιοτρόπως με τας λέξεις ώστε να θυμηθή τον Αμφιτρύωνα και να χαρακτηρίζη το κόμμα των άλλως λεγομένων και κοινωνιστών ως Σωσία-ληστών;

-Γιατί πολλοί προτιμούν και αυτήν την μητρομανίαν από την μετρομανίαν (του Παλαμά ή άλλου στιχουργού μας αδιάφορο, διότι εγώ δεν αποπειρώμαι να τους εξευτελίσω και προσωπικώς, θεός φυλάξει! );

-Γιατί ο αγαπητός φίλος Παλαμάς του ήρθε ύστερα από τόσων χρόνων σωφροσύνη να προβάλη τελευταία και ως ιαμ... βιαστής και γιατί δεν καταδιώκεται ως πρέπει;...»

Η ικανότητα του να παίζει με τις έννοιες και τον λόγο δημιουργεί φράσεις που στροβιλίζονται γύρω από τις έννοιες, πότε λαμπερές, πότε κοινές και συχνά επιθετικές. Απομακρυνόμαστε όμως από τον στιβαρό λόγο, την διεισδυτική ματιά, την παρουσία της ζώσας κοινωνίας , του «Αυτόχειρα» ή των «Αθηναϊκών Σελίδων».

Περιμένουμε την προγραμματισμένη έκδοση του συνόλου των «Γιατί» από τον Α.Καράκαλο , για να αποκτήσουμε μία συνολική εικόνα.

Τα γαλλικά ποιήματα

Ο Α. Καράκαλος (2) περιγράφει την τυχαία ανακάλυψη το 1944 σε παλαιοπωλείο ενός τόμου της «Ιλιάδος», που τα περιθώρια των σελίδων του, αλλά και τι ίδιο το κείμενο ήταν σκεπασμένα με ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνο-γαλλικά, διάφορα σχόλια, καθώς και σχέδια, με μαύρο και κόκκινο μολύβι.

Αργότερα μπόρεσε να αποδώσει αυτά τα ποιήματα στον Μητσάκη, συγκρίνοντας τα με άλλα που είχε γράψει σε κομμάτια χαρτιού και εγκαταλείψει δεξιά και αριστερά, για παράδειγμα αυτά που είχε εκδώσει ο Ν.Ποριώτης (3). Τα δημοσίευσε σε ένα τόμο, στα γαλλικά, το 1957 (2) και αποτελούν την κύρια πηγή αυτών των ποιημάτων.

Δεν είναι εύκολη η χρονολόγηση. Θα διακινδύνευα να προτείνω μια χαλαρή χρονολόγηση, από το φθινόπωρο του 1896 ως το καλοκαίρι του 1911, δηλαδή από την έξοδο ως την δεύτερη εισαγωγή του στο Δρομοκαϊτειο, χωρίς όμως να μπορούμε να αποκλείσουμε ότι έγραψε και μέσα στο ίδρυμα. Ο Α.Καράκαλος αναφέρει πληροφορία του ανιψιού του Μητσάκη, ότι στην διάρκεια της κατοχής καταστράφηκαν μεγάλες ποσότητες από τα «χαρτιά» που είχε φυλάξει ο αδελφός του Παναγιώτης (1859-1934), αρχίατρος του πολεμικού ναυτικού. Στον τόμο της «Ιλιάδος» αναγράφεται μόνο μία ημερομηνία : « 25 Μαρτίου 1903, 9.30», σε κείμενο που επιγράφεται «Μemoires de guerre» (πολεμικές αναμνήσεις) και μιλάει για τον Mitsaky !, στο πεδίο της μάχης (2).

Ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Θ. Χατζόπουλος απέδωσε μερικά από αυτά στα ελληνικά (15), ενώ κάποια άλλα θα αποτολμήσω να μεταφράσω εκ των ενόντων.

Comme les chenes sur les monts
Qui ne craignent ni vent,
Ni assaut de torrent, ni hache de demon,
Je t’attendrai pied ferme du sol
Ne pas levant,
Esprit tumultueux, harmonieux et fol
Υπογραφή: Mellodie RX

Μελλωδία + ο ποιητής Leon Dierx (2)

Όπως οι βελανιδιές επάνω στα όρη
Που δεν φοβούνται ούτε τον άνεμο
Ούτε το χτύπημα του κεραυνού,ούτε τον πέλεκυ του δαίμονα
Θα σε περιμένω με το πόδι σταθερά πάνω στο χώμα
Καρφωμένο
Πνεύμα ταραχώδες ,αρμονικό και τρελό
Μτφ.: Θ.Χατζόπουλος (15)

Je te dirai des fiers avis
Et des oracles retentissants.
Par la lumiere et l’air ravi
Et sentant s’embraser mon sang
Sous les effluves de la foret,
Les vieux contes des contrees muettes
Je ferai rajeunis renaitre
Avec leur grace leste et fluette
D’un rayon eclatant dores.
A travers les pins et les hetres,
Tu m’entendras te traduire
Le langage si simple et si rude
Des paysans et des flaneurs;
En tout bien et en tout honneur,
Cela va couler, rire, bruire,
Exempt de toute potasse de sude! (soude ?)
Υπογραφή: M’HIRE MIE DONC

Myrmidons - Μυρμιδόνες; (2)

Θα σου πώ ωραίες ειδήσεις
Και ηχηρούς χρησμούς
Από το φως και τον αέρα θαμπωμένος
Και το αίμα μου νιώθοντας να φλογίζεται
Κάτω από τους ατμούς του δάσους,
Οι παλαιοί μύθοι των άφωνων βοσκοτόπων
Θα κάνω να ξαναγεννηθούν ανανεωμένοι
Με την ευκίνητη και λεπτοκαμωμένη χάρη τους
Από μια λαμπερή ακτίνα χρυσωμένοι.
Μέσα από τα πεύκα και τις οξυές,
Θα με ακούσεις να σου μεταφέρω
Την τόσο απλή και τραχειά γλώσσα
Των χωρικών και των στρατοκόπων,
Με αγνές προθέσεις και χωρίς υστεροβουλία
Αυτή θα κυλήσει, θα γελάσει, θα βοήσει,
Απαλλαγμένη από κάθε καυστική σόδα.
Μτφ.: Θ.Χατζόπουλος (15)

Les Vulcans (ένα από σειρά ποιημάτων)
Pleins de fumee se levent, pleins de sueur se couchent...
Sont comme des betes sauvages, especes des porcs-epics...
Ce sont eux qui fabriquent les cles,coupent les capiks...
Tout poilu leur derme,yeux noirs, rouges bouches...
Mais sous cette enveloppe fruste, rude et primitive,
Se gonfle un coeur de fou pour le baiser brutal...
Et souvent dans leurs trous, la Messaline,hative...
Vient respirer l/odeur du Male
fauve en etal
De sa virilite toute nue
sur le grabat,
Ou sa chair pure frissonne et son ame plus ne bat...

Τα Ηφαίστεια
Μες στον καπνό ξυπνούν, μες στον ιδρώτα κοιμούνται...
Σαν άγρια ζώα,
σαν σκαντζόχοιροι...
Είναι αυτοί που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια...
Δασύτριχο το δέρμα τους, τα μάτια μαύρα, κόκκινα τα στόματα...
Μα κάτω από αυτό το φθαρμένο ένδυμα, το τραχύ και πρωτόγονο,
Φουσκώνει μια καρδιά τρελού για το άγριο φιλί...
Και συχνά στις τρύπες τους, η Μεσσαλίνα, βιαστική,
Ερχεται ν’ αναπνεύσει τη μυρουδιά του αρσενικού αγριμιού
Που εκτίθεται με τον ανδρισμό του ολόγυμνο επάνω στο κρεβάτι,
Οπου η καθαρή της σάρκα τρέμει και η ψυχή της πιά δεν χτυπά...
Μτφ.: Θ.Χατζόπουλος (15)

Δεν έχουν βέβαια όλα τα ποιήματα την δύναμη ή και την «συγκρότηση» των προηγούμενων. Το απόσπασμα αυτού που ακολουθεί ειρωνεύεται την ομοιοκαταληξία και στηρίζεται στην συνήχηση:

...rimes completes (le maire en tete) et que feraient sans ceci..

Les hommes* est ride
Ou les hommes et riddes*
Ou le ζω meride (2)
(meride: από την μερίδα;)

...ομοιοκαταληξίες σωστά (με τον δήμαρχο μπροστά) και τι θα έκαναν χωρίς αυτό.
Λεζομεριντ ( γαλλικά, οι Ομηρίδαι; )

Ή Λεζομεριντ
Ή Λεζομεριντ
Το επόμενο, «le rat» (ο αρουραίος) είναι μάλλον επιγραμματικό:
Nous avons demande le secret du consructeur, on nous a repondu par des betises.
Nous demandons le secret du peintre, on noys a repondu par des balivernes.
Si nous demanderons enfin celui du poete, de l/inactif, peut-etre on nous repondra par des camouflets.

Ζητήσαμε το μυστικό του κατασκευαστή και μας απάντησαν με ανοησίες.
Ζητάμε το μυστικό του ζωγράφου και μας απάντησαν με σαχλαμάρες.
Αν τέλος ζητήσουμε αυτό του ποιητή, του άεργου, ίσως μας απαντήσουν με
προπηλακισμούς.


Συζήτηση

Τόσο τα γαλλικά ποιήματα όσο και τα «Γιατί» δεν συμπεριλαμβάνονται στις πρώτες συλλογές έργων του Μητσάκη. Πιστεύω ότι θεωρήθηκαν προϊόν τρέλας και σε αυτό συνηγορεί τόσο η εξαθλίωση και η τρελή συμπεριφορά του ίδιου του συγγραφέα, όσο και η πλήρης αντίθεση στυλ και περιεχομένου με τα παλαιότερα γραπτά του, για να μην μιλήσουμε για τις ιδιότυπες συνθήκες που γράφτηκαν και την χρήση της γαλλικής γλώσσας. Το ενδιαφέρον των πρώτων που ασχολήθηκαν, του Γ.Κατσίμπαλη ( που περιέσωσε πολλά από αυτά τα «χαρτιά» ), του Ν.Ποριώτη και του Α. Καράκαλου έχει φιλολογική και «ανθρώπινη» βάση αλλά δεν είναι με κανένα τρόπο προϊόν οίκτου για τον άρρωστο συγγραφέα και φιλανθρωπίας οποιουδήποτε τύπου. Το μεταγενέστερο ενδιαφέρον για αυτά ανήκει σε περιόδους όπου η καλλιτεχνική παραγωγή των «τρελών» καλλιτεχνών μπορούσε να γίνει ευκολότερα αποδεκτή και να συγχωρεθούν, αν όχι να εξυμνηθούν, ιδιομορφίες στην μορφή και το περιεχόμενο, για να μην μιλήσουμε για την προσδοκία ανακάλυψης «κρυμμένων θησαυρών» της ανθρώπινης ύπαρξης με οδηγό τον άρρωστο καλλιτέχνη. Όσοι όμως έχουν ασχοληθεί ως τώρα με τον Μητσάκη είναι γιατί συγκινήθηκαν από την δύναμη, την πρωτοτυπία, την δυνατότητα του να μιλάει για πράγματα που τους αφορούν, ακόμα και μέσα από την τρέλα του, χωρίς ίχνος συγκατάβασης στην προσέγγιση του έργου του.

Τα γαλλικά ποιήματα έχουν, χρονικά, σαφή σχέση με την ψυχική του νόσο. Εμφανίζονται όταν η προηγούμενη μορφή συγγραφής, ιδιαίτερα προσεκτικής για τον κοινωνικό περίγυρο εξαφανίζεται, όταν ο συγγραφέας κλείνεται όλο και περισσότερο στον δικό του κόσμο. Δεν μπορούμε όμως να τα θεωρήσουμε ως απλά ψυχοπαθολογικά φαινόμενα.Διαθέτουν «ανοίγματα» στα όσα συμβαίνουν γύρω του , καταφέρνουν να εκφράσουν τον εσωτερικό κόσμο και την οδύνη του Μητσάκη, που μπορεί μέσα στην αρρώστια του να χειρίζεται, κάποτε αριστοτεχνικά, τον λόγο και να ακολουθεί ένα σχέδιο άνισο, ημιτελές και βέβαια σημαδεμένο από την ψυχική του κατάσταση

1.Ποιό φιλολογικό σχέδιο διακρίνεται σε αυτά τα ποιήματα;

Α) Η χρήση του ελεύθερου στίχου.

Παραθέτω ένα απόσπασμα από ποίημα του:

Alors dans la debacle du geste et du langage,
Dans l’absence de grammaire, sous le verbe des vieux ages
Renaissant, dans l’ eclipse du juste rythme, du mot sain,
Dans la fuite atroce des lignes et du dessin,...
On se vautra farouches dans la luxure immonde

Υπογραφή: MΩΡΙΣ ( Maurice) (2)
« Last Edit: 22 Feb, 2010, 20:52:30 by spiros »



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812013
    • Gender:Male
  • point d’amour
Τότε,  στην κατάρρευση  της χειρονομίας και της γλώσσας
Στην απουσία της γραμματικής, υπό τον λόγο των παλαιών καιρών
Ξαναγεννημένος, μέσα στην έκλειψη του σωστού ρυθμού, της υγιούς λέξης
Στην φρικτή φυγή των γραμμών και του σχεδίου
Θα συρθούμε τρομεροί στην ακάθαρτη λαγνεία
ΜΩΡΙΣ

Υπάρχουν επίσης οι ειρωνείες σε βάρος του Κ.Παλαμά  στα «Γιατί» , που   συνηγορούν υπέρ μιας αντίληψης για πιο ελεύθερο στίχο, η αναφορά του στον Κάλβο, στο λεξικό Μπάρτ και Χίρστ (6),  «...η συλλογή των είκοσι αυτού Ωδών...δεν εξετιμήθησαν ακόμα κατά το μέτρον της πραγματικής των σημασίας...Ως αίτιον δε τούτου προβάλλεται το ιδιότροπον δήθεν και αυθαίρετον και ασύνηθες των μέτρων και των ρυθμών ούς μεταχειρίζεται και της γλώσσης του το καινοφανές, το ανυπότακτον εις τους παραδεδεγμένους και γνωστούς νόμους και κανόνας και το τολμηρόν...» (4)  και τα όσα έγραψε για την «ποιητική πεζογραφία».
Το οποιοδήποτε φιλολογικό του σχέδιο φαίνεται όμως να προσκρούει σε εσωτερικά, ανυπέρβλητα εμπόδια. Ένα  τέτοιο παράδειγμα είναι η εμπλοκή της ποιητικής του  παραγωγής  με την άγρια, και συχνά επιθετική του επιθυμία για  συνεύρεση με γυναίκα ( μια γυναίκα χρησιμοποιήθηκε  και σαν δόλωμα για να κλειστεί στο ψυχιατρείο), όπως στα «Ηφαίστεια»,  που προανέφερα, ή το ποίημα για τον   «Αυνανισμό» (2) ( ανήκει στα “Rimes sans sauge - στίχοι χωρίς φασκόμηλο - λογοπαίγνιο στο “Rimes sans cause  ; -στίχοι χωρίς αιτία ). Ο Θ.Χατζόπουλος  έθεσε  επίσης αυτό το ζήτημα μιλώντας για « αιμορραγούντα  ερωτισμό»(21). Ορισμένα ποιήματα του θεωρήθηκαν  επίσης ως σκατολογικά. Η επιθετικότητα  και η ωμότητα ορισμένων από αυτά ενόχλησε αναγνώστες λιγότερο συγκαταβατικούς στην ιδιαιτερότητα του συγγραφέα (16).
Β) Το σκόρπισμα των ποιημάτων του, δεξιά και αριστερά, ακολουθεί επίσης ένα κάποιο σχέδιο ;   
Μπορεί και εδώ να δοθεί μια καταφατική απάντηση. Μεταφράζω από τα γαλλικά ένα απόσπασμα του :
«Τα καλύτερα έργα σε όλες τις χώρες είναι αυτά που συγγραφείς κυνηγημένοι από τις κοινωνικές έχθρες, πολιτικές δυσκολίες και κάθε είδους ανοησίες εναποθέτουν στα περιθώρια των βιβλίων τους ή σε τυχαία κομμάτια χαρτί, που ανίδεοι συγγενείς, συμφεροντολόγοι γείτονες ή συνάδελφοι βιαστικοί και ελαφροί  πωλούν σε μικρούς ανθρώπους  για  οποιαδήποτε άλλη χρήση (έχοντας ανάγκη, ζητώντας τα ή ψάχνοντας τα) έξω  από τον  προορισμό τους». Υπογραφή Μ.Μ.Μ. (2)
Δεν έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη στις προθέσεις των άλλων  και συγχρόνως εναποθέτει στην διακριτική τους διάθεση τα γραπτά του. Εδώ ταιριάζει αυτό που γράφει ο P.Cl.Racamier  για την θεμελιώδη αντίφαση της σχέσης των σχιζοφρενών, γενικότερα των ψυχωτικών  ασθενών με τους άλλους ανθρώπους, ότι δηλαδή τους φοβίζουν τρομακτικά και συγχρόνως επιζητούν απελπισμένα να τους πλησιάσουν (17)
2. Η χρήση της γαλλικής  γλώσσας.
Η γνώση και η χρήση της γαλλικής γλώσσας, παγκόσμιας γλώσσας  του πολιτισμού στην εποχή του, προϋπήρχε στον Μητσάκη. Τα ποιήματα του στα γαλλικά και γενικότερα η χρήση της γαλλικής  γλώσσας   δεν εξυπηρετούν εδώ    τον σνομπισμό
( αν και ο Μητσάκης στην ακμή του υπήρξε σνομπ ) και ακόμα περισσότερο μια «διεθνή καριέρα», αν και είχε τονίσει την στενότητα του ελληνικού ορίζοντα. Η χρήση μιας ξένης γλώσσας, σε ένα άτομο με βαθιά υπονομευμένη την  προηγούμενη ψυχική του οργάνωση, έχει  μία  (ψυχο)προφυλακτική λειτουργία.  Επιτρέπει να (θεωρεί ότι) ελέγχει την επικοινωνία με τους άλλους, να απευθύνεται σε όσους θέλει ή να αποκλείει τους κακούς και  τους επικίνδυνους, να  δημιουργεί την αίσθηση ελέγχου μιας ιδιωτικής σφαίρας. Σε ακραίες ανάλογες παθολογικές περιπτώσεις φτάνουμε και σε «ιδιωτική γλώσσα» (18). Ο Β.Λασκαρίδης  περιγράφει κάποιον που τρελάθηκε από τα βασανιστήρια στην  Μακρόνησο «…Παραπέρα,σ’ άλλο κρεβάτι, ο Β.Κ. από την Πύλο, που του ‘χε στρίψει ποιητικά! Απάγγελνε στίχους στα λατινικά.» (19)
Σε ότι αφορά τον Μητσάκη , η αποκοπή του από τον κόσμο δεν φτάνει στα άκρα.  Μπορεί να εκφράσει  κομμάτια της εσωτερικής του ζωής, ενός δικού του τρόπου να αισθάνεται τον  γύρω κόσμο, έστω και αν η αρρώστια τον έχει κάνει απειλητικό. Τα περισσότερα από αυτά τα ποιήματα  μπορούν να είναι ημιτελή ή αποσπασματικά αλλά δεν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως παραληρητικά.
3. Τα ψευδώνυμα.
Ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος και τα συνήθιζε πριν αρρωστήσει. Είναι δυνατοί πολλοί άξονες ανάγνωσης τους, από το λογοπαίγνιο και  την ψυχοπαθολογία  ως τις φιλολογικές του επιρροές, για τις οποίες αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία.
4. Το  νεώτερο  ενδιαφέρον για τον Μητσάκη.
Τα γαλλικά ποιήματα του Μητσάκη έρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο.
Την έκδοση  των γαλλικών ποιημάτων το 1957, ακολούθησε η δημοσίευση του κειμένου του  A.Pierre de Mandiargues, το 1958 (16) και  τον ίδιο χρόνο  του J.J.Leveque(20),στο φιλολογικό περιοδικό «Entretiens» της πόλης Rodez, στην νότια Γαλλία ( το ψυχιατρικό νοσοκομείο του Rodez διεύθυνε  ο P.Ferdiere, γιατρός του Α.Artaud και αποδιοπομπαίος  των σουρεαλιστών, για τον λόγο ότι είχε χρησιμοποιήσει  τα  ψυχιατρικά μέσα της εποχής του στον άρρωστο καλλιτέχνη ). Τα δύο αυτά κείμενα  επιτρέπουν μια πρώτη προσέγγιση των φιλολογικών επιρροών του Μητσάκη, από την γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα..
Το 1989  ο Α. Καράκαλος επανήλθε στην «Λέξη» με ένα  κείμενο του(7) που συμπληρώνει την εισαγωγή του 1957 και επιπλέον παρουσίασε μια επιλογή από τα «Γιατί» (14). Εκεί βρίσκουμε  επίσης τις μεταφράσεις του Θ.Χατζόπουλου (15) αλλά και το εξαιρετικό κείμενο του «Τα όρια της ποιητικής σωφροσύνης -με αφορμή τις πρώιμες υπερρεαλιστικές ποιητικές δοκιμές του πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη », όπου θέτει μια σειρά από καίρια  ζητήματα  από φιλολογική και ψυχοπαθολογική σκοπιά (21).Ο Θ.Χατζόπουλος τονίζει ότι η φιλολογική παραγωγή ενός άρρωστου συγγραφέα  δεν γεννιέται από το μηδέν, αλλά υπάρχει εν σπέρματι και στα προηγούμενα γραπτά του, ενώ ένα ξεχασμένο συγγραφέα δεν τον ανακαλύπτουμε παρά στον βαθμό που εκφράζει και δικές μας ανάγκες. Θα πρόσθετα όμως ότι ο κίνδυνος του αναχρονισμού βρίσκεται πίσω από κάθε απόπειρα ερμηνείας του ολοζώντανου υλικού που μας προσφέρουν τα ποιήματα του Μητσάκη.
Το πιο πρόσφατο ενδιαφέρον προήλθε από την Γαλλία, από τον J.Garrabe, (ψυχίατρο και συγγραφέα ), χάρη στο ενδιαφέρον του για τους νεολογισμούς, από ψυχοπαθολογική και λογοτεχνική άποψη (22)  και από τον G.Ortlieb (23), που έχει μεταφράσει τον «Αυτόχειρα». Και οι δύο γνώρισαν τον Μητσάκη μέσα από το έργο του Α.Καράκαλου.  Από τον J.Garrabe  κινήθηκε το ενδιαφέρον  ερευνητών του Ινστιτούτου Ιστορίας της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης, με αντικείμενο τα γραπτά λογοτεχνών,  ψυχικά  ασθενών.
Επίλογος
Η παρουσίαση αυτή δεν καλύπτει  παρά μόνο μερικά από τα ζητήματα  που τίθενται, ενώ μένουν ανοιχτά πολλά ερωτήματα  :
- Η συσχέτιση της καλλιτεχνικής παραγωγής και της ψυχιατρικής σημειολογίας αποτελεί ένα θεμιτό αλλά ιδιαίτερα σύνθετο και ναρκοθετημένο πεδίο, καθώς οι    προσεγγίσεις  που έχουν προταθεί έχουν  έντονη την φόρτιση της εκάστοτε θεωρίας  αφήνοντας  αναπάντητα καίρια ερωτήματα.
Ένας καλλιτέχνης μπορεί να  παράγει έργο που  σημαδεύεται από  μια   ψυχική πάθηση, αλλά αυτή δεν του απαγορεύει να  μιλά για πράγματα που μας αφορούν ευρύτερα.. Το έργο του Μητσάκη γεννά ερωτήματα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα , από την σημειολογία του γραπτού λόγου , ως την ψυχοπαθολογία. Η χρήση της γαλλικής γλώσσας  του επέτρεψε να εκφράσει τις πιο ιδιωτικές του σκέψεις και φαντασιώσεις σε ένα χώρο περιχαρακωμένο και «ελεγχόμενο», κατάφερε όμως να γράψει  πράγματα μας αφορούν. Διαθέτουμε αρκετά ντοκουμέντα για τον «υγιή» και  ιδιόρρυθμο  Μητσάκη, που επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε κάποιες συνέχειες πριν και μετά την κατάρρευση της ψυχικής οργάνωσης ενός ατόμου με τόσο ιδιότυπη  και εγωκεντρική παρουσία.  Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα είναι ο τρόπος που αισθάνεται την επέλαση της τρέλας ο Μητσάκης  και  έχει αφήσει  αρκετά ίχνη  στα γραπτά του, ενώ μένει να μελετηθούν και τα πιο «άρρωστα» και αποδιοργανωμένα γραπτά του.
- Η  συσχέτιση αυτών των ποιημάτων του Μητσάκη με φιλολογικές σχολές του ελεύθερου στίχου (και ακόμα περισσότερο με τον σουρεαλισμό ) έχει προταθεί αλλά τα κενά είναι πολλά. Μια ευρύτερη φιλολογική μελέτη του έργου του  είναι απαραίτητη, καθώς και οι πολλές, υπαινικτικές,  αναφορές του σε συγγραφείς. Για παράδειγμα, σημειώνω το όνομα του  Β.Ουγκώ ( που ο Μητσάκης τον σχεδιάζει σαν «ρουμάνικο φίδι» σε μια σελίδα της «Ιλιάδας») ή του Α.Ρεμπό  (στην μέσα πλευρά του εξώφυλλου του  τόμου της Ιλιάδας), αποτελούν  όμως φιλολογική επιρροή για αυτόν ;

Βιβλιογραφία  και σημειώσεις

1. M. Μητσάκη, «Ο αυτόχειρ». Φιλολογική επιμέλεια Μ.Σαββίδη. Ερευνα  Δ. Δρακοπούλου. Εκδ. Ιστός, Αθήνα 1996.
Το 1863 έχει  προταθεί ως έτος γεννήσεως αλλά η Δ. Δρακοπούλου, στον προαναφερόμενο τόμο,   προτείνει   μετά από έρευνα στο λύκειο της Σπάρτης, το 1865. Αυτό που φαίνεται το λιγότερο πιθανό είναι  το 1868,  που  αναφέρεται στα παλαιότερα  βιογραφικά σημειώματα (κυρίως το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Μπάρτ και Χιρστ, στο τέλος του 19ου αιώνα).
2. A.Caracalos. « ?uvres inedites de Michel Mitsakis ». Athenes, Imprimperie Taroussopoulos, 1957
3. Ν. Ποριώτης. «Ανέκδοτοι στίχοι του Μ.Μητσάκη». Νέρα Γράμματα,1, 935, σ. 86–99.
4. Μιχ. Περάνθης. «Μιχ.Μητσάκης, Το έργο του». Εκδ. Εστίας, Αθήνα 1956
5. Αθ. Θ. Φωτόπουλος. «Οι Γιατράκοι του 1821». Τόμος Α’ (Ιστορικά), Τόμος Β’ (Αρχείο Παναγ. Γιατράκου). Αθήνα 2001.
6. Μιχαήλ Μητσάκης. «Πεζογραφήματα». Σύμβουλος έκδοσης  Μ.Αναγνωστάκης. Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988.
7. Α.Καράκαλος. «Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη(!863-1916)». ΛΕΞΗ, Νο90, 1989, σ.990-998.
8. L. Murat. «La maison du Dr Blanche- Histoire d’un asile et de ses pensionnaires de Nerval a Maupassant». Paris:J.C.Lattes;2001.
Στο βιβλίο της L. Murat παρακολουθούμε όλη την πορεία του G. de Nerval, από την στιγμή που η ψυχική νόσος σημάδεψε την ζωή του, αλλά και μία πλήρη περιγραφή του πατερναλιστικού – οικογενειακού μοντέλου λειτουργίας μιας διάσημης ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής του 19ου αιώνα.
9. Μ.Σ.Φαφαλιού. «Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο». Εκδ.Κέδρος, Αθήνα, 1991.
10. Γ.Κ.Κατσίμπαλης. «Βιβλιογραφία Μιχ.Μητσάκη. Αθήνα 1942, και βιβλιογραφικά συμπληρώματα, Αθήνα 1944.
Επίσης : Γ.Κ.Κατσίμπαλης. «Η ανέκδοτη σελίδα του Μητσάκη». Νέα Εστία , Ιαν. 1935, τόμ. 17., σ.44
11. Μ. Μητσάκης. «Εις τον οίκον των τρελών».  ΕΣΤΙΑ, έτος ΙΒ, τόμος ΚΓ, 15/3/1887, 165-169.
12. Mitsakis M. Le suicide et autres textes.Τraduction G. Ortlieb. Editions :Le temps qu’il fait. Cognac, 1997.
13. Π. Χαρτοκόλλης. «Ιδανικοί αυτόχειρες. Ελληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν». Εκδ. Εστίας, Αθήνα 2003.
14. Α.Καράκαλος. «Επιλογή από τα Γιατί». Λέξη, Νο 90, Δεκ.1989, 1000-1003
15. Θ.Χατζόπουλος. «Μιχαήλ Μητσάκης». Λέξη, 1989, τομ.90, 987-989.
16 Α.Pierre de Mandiargues. «M.Mitsakis». Nouvelle Revue Francaise 1958, 65,  p.913-14.
17. Δ.Πλουμπίδης. «Η διδασκαλία του  P.C. Racamier για τις ψυχώσεις» Στο Σχιζοφρένεια,Ψυχοπαθολογικές και Ψυχαναλυτικές Προσεγγίσεις». Εκδ.  Καστανιώτη,  Αθήνα 2002.
18. Μ.Μαρκίδης.. «Η γλώσσα της ψύχωσης». Στο Λογοδοσία. Εκδ. Εξάντας/Τρίαψις Λόγος, Αθήνα 1999, σ.175-188.
19. Βασίλης Θ. Λασκαρίδης. «Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο». Εκδ. Η ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2003.
20. J.J. Leveque «Essai sur Mitsakis». Entretiens 1958,13, σ.11-21.
21. Θ.Χατζόπουλος, «Τα όρια της ποιητικής σωφροσύνης - με αφορμή τις πρώιμες υπερρεαλιστικές δοκιμές του πεζογράφου Μ.Μητσάκη». Λέξη,  1989, τομ.90, σ.1005-1009.
22. J.Garrabe. “Neologismes et neomorphies”. Confrontations Psychiatriques, No 34, 1993, p.147-167
23.  Μ. Mitsakis  « Le suicide». Ed. Le temps qu’ il fait, Cognac, 1997

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Δ.Ν.Πλουμπίδης, 17/10/2005
Το επίμετρο αυτό γράφεται  σχεδόν  δύο χρόνια αργότερα, για να φέρει κάποια νέα στοιχεία.

Ο Gilles Ortlieb εξέδωσε το 2003 στα γαλλικά ένα δεύτερο τόμο με έργα του Μ. Μητσάκη, που περιλαμβάνει  τον ‘Αθηναίο χρυσοθήρα’, ‘Εις τον Οίκον των Τρελλών’ και  ‘Η ζωή’ (1). Ο Α.Καράκαλος(2) ……………… Ο Γ. Παπακώστας, είχε την επιμέλεια δύο τόμων με ελληνικά κείμενα του Μ. Μητσάκη (3),(4).Τέλος στην Κυριακάτικη ΑΥΓΗ, στις «Αναγνώσεις» είχαμε, την άνοιξη του 2005, ένα μεγάλο αφιέρωμα, στα ελληνικά έργα του Μ.Μητσάκη, με μια μικρή αναφορά στα γαλλικά ποιήματα, της «τρελλής» του περιόδου (5),(6).
Το κύριο ενδιαφέρον αφορά  τα ελληνικά του κείμενα, πριν το 1896. Τα κείμενα της απαράμιλλης γλωσσικής του δεινότητας, του γλωσσικού εκλεκτισμού- μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, των συμπυκνωμένων εικόνων από τους δρόμους και τα καφενεία. Των ταξιδιωτικών εντυπώσεων αλλά και των κριτικών κειμένων για συγγραφείς ή το γλωσσικό ζήτημα - όπου  θα ερμήνευα ως εξής το μήνυμα του: μην βιάζεστε, η ελληνική γλώσσα θα διαμορφωθεί σιγά, σιγά, στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως την πρωτεύουσα.
Ο Γ. Δάλλας, στην «Αυγή», γράφει ότι ο Μ.Μητσάκης υπήρξε ο συγγραφέας με τα απαράμιλλα αντανακλαστικά αλλά όχι της σύνθεσης και με αυτό τον τρόπο ερμηνεύει την αδυναμία του να πραγματοποιήσει το όνειρο του, δηλαδή να γράψει ένα βιβλίο.
Θα έλεγα ότι στα ελληνικά κείμενα του Μητσάκη  είναι εμφανής η έλλειψη κάποιας  οδηγού ιδεολογίας, αντίθετα π.χ. με τον Κ.Θεοτόκη και αυτό είχε άμεσες συνέπειες, από την στιγμή που εξαντλούσε τις δυνατότητες της  απαράμιλλης ετοιμότητας του βλέμματος και του συναισθήματος  του.

Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που επανέρχεται το ενδιαφέρον στα έργα της «τρελής» του περιόδου. Η αμηχανία είναι εμφανής απέναντι σε αυτά τα λαμπρά αποσπάσματα γαλλικού ποιητικού λόγου, που συνοδεύονται όμως από φράσεις λιγότερο οργανωμένες και μικρά σχέδια. Ένα  απόσπασμα ποιητικού λόγου μπορεί θαυμάσια να αυτονομηθεί από τα υπόλοιπα, αλλά  μια ματιά στο σύνολο μας θυμίζει ότι ο ποιητής είναι μεν ένας άριστος τεχνίτης του λόγου, ικανός να μας συγκλονίσει, αλλά   άρρωστος.  Αυτή η δυσκολία φαίνεται στα κριτικά κείμενα των A.Pieyre de Mandiargues (1958)και J.J. Leveque (1958), ενώ ο G.Ortlieb, στην «Αυγή»  είναι ακόμα σαφέστερος σε ό,τι αφορά την παρουσία της ψυχικής νόσου, σε αυτά τα «λογοτεχνικά σωσίβια», σε γαλλική γλώσσα.

Η πληροφορία  του Α.Καράκαλου, ότι αντίθετα με τα ελληνικά «υγιή» του κείμενα, που είναι γεμάτα σβησίματα και διορθώσεις, τα γαλλικά  του ποιήματα έχουν ελάχιστες διορθώσεις συνηγορεί υπέρ μιας αυτόματης γραφής, που έχει ήδη τεθεί από τον ίδιο τον Μητσάκη, αποτελεί όμως αυτό τίτλο συγγένειας με τον σουρρεαλισμό ;
Η έκδοση των «Γιατί» που ετοιμάζει ο Α.Καράκαλος, πιστεύω ότι θα επιτρέψει μια πληρέστερη προσέγγιση ζητημάτων γλωσσικής σημειολογίας, που αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα στην μελέτη του Μητσάκη. Εκεί μπορεί να αξιοποιηθεί και η αναφορά σε αυτόν  από τον G.Ferdiere, στο κείμενο του για τις «λέξεις-βαλίτσες»(mots valises),δηλαδή ιδιότυπους νεολογισμούς, που συμπυκνώνουν πολλαπλές και συχνά αντιφατικές έννοιες(7).

Μια τελευταία αναφορά στον Μητσάκη από τον Μ.Χρυσανθόπουλο, (8) στο κεφάλαιο για τα «Οιωνεί όνειρα», στην ελληνική λογοτεχνία, δηλαδή σε λογοτεχνικά κείμενα που έχουν την δομή του ονείρου.

Ελπίζω με  το επίμετρο αυτό να έδωσα μια ιδέα των πεδίων έρευνας που θα επέτρεπαν μια καλύτερη προσέγγιση του φαινομένου Μητσάκης.

Δεν γνωρίζω αν είναι ένα ακατόρθωτο αντικείμενο έρευνας η συγκέντρωση του συνόλου του έργου του από αρχεία εφημερίδων, όπου ευρίσκεται ακόμα, εν μέρει,  διασκορπισμένα.

(1) Μ. Mitsakis. « Un chercheur d’or ». Ed. finitude, Bordeaux, 2003
Περιλαμβάνει : Εις Αθηναίος χρυσοθήρας(1890). Η ζώη  (1895), Εις τον Οίκον των τρελλών (1887). Μετάφραση, επιμέλεια : G. Ortlieb
(2) Α. Καράκαλος.
(3) Μ. Μητσάκης. «Παρά τοις δούλοις. Τα Ιωάννινα». Φιλολογική επιμέλεια Γ.Παπακώστα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2004
(4) Μ.Μητσάκης. «Εις τον οίκον των τρελλών». Φιλολογική επιμέλεια Γ.Παπακώστα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2004
(5) Κυριακάτικη Αυγή: «Αναγνώσεις», Νο 127, 29/5/2005, με κείμενα των Μ.Περάνθη, Γ.Παπακώστα, Ν. Μαυρέλου, Σπ. Ασδραχά, Θ. Χατζόπουλου, Γ. Γκότση
(6) Κυριακάτικη Αυγή: «Αναγνώσεις», Νο 128, 5/6/2005, με κείμενα των Γ. Δάλλα, Δ.Δημητρούλη, Ζιλ Ορτλιεμπ, Γ. Σταθάκη, Στ. Ροζάνη, Α. Ζήρα.
(7) G. Ferdiere. « Notes preliminaires sur les les ‘‘Portmanteau Words’’ de Lewis Carroll (ou mots valises) au cours de la schizophrenie ». Acta Neurologica et Psychiatrica Belgica. Vol. 57, December 1957, fasc. 12, 993-1003
(8) Μ. Χρυσανθόπουλος. «Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα». Εκδ. Εξάντας-προσεγγίσεις, Αθήνα 2005


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812013
    • Gender:Male
  • point d’amour
O Μιχαήλ Μητσάκης (1865 – 1916) (1) παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς η πορεία της ζωής του και της συγγραφικής του δραστηριότητας άλλαξε ριζικά μετά την εκδήλωση σοβαρής ψυχικής νόσου. Ως την εισαγωγή του στο «Δρομοκαϊτειο» τον Απρίλιο του 1896, είχε μια λαμπρή αλλά ιδιότυπη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Μετά την έξοδο του από το ίδρυμα, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έπαψε να δημοσιεύει . Αντίθετα, άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά ή στα «ελληνο-γαλλικά», που στην πλειοψηφία τους δεν μπορούν να θεωρηθούν παραληρητικά, διαθέτουν μια ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη , ενώ η διάσταση του λογοπαίγνιου ή και του νεολογισμού είναι συνεχώς παρούσα. Τα έγραψε στα περιθώρια των σελίδων και πάνω στο κείμενο ενός τόμου της «Ιλιάδας», ή σε φύλλα χαρτιού που εγκατέλειπε στα γραφεία δημοσιογράφων και λογοτεχνών. Ο ίδιος ο Μητσάκης βυθιζόταν προοδευτικά στην τρέλα και την εξαθλίωση. Μία δεύτερη νοσηλεία το 1911, στο «Δρομοκαϊτειο», όπου και πέθανε το 1916.

Τα ποιήματα αυτά «ανακαλύφθηκαν» πολύ αργότερα, μετά τον θάνατο του. Ο τόμος της «Ιλιάδας» , που αποτελεί την κύρια πηγή , αγοράστηκε σε παλαιοπωλείο το 1943, από τον νευροχειρουργό και λόγιο Αγγελο Καράκαλο, ο οποίος τα κατέγραψε και τα δημοσίευσε το 1957 (2). Ο Ν.Ποριώτης δημοσίευσε το 1935 (3) κάποια από τα «χαρτιά» που είχε εγκαταλείψει στο γραφείο του ο Μητσάκης, ενώ ένα σημαντικό μέρος από αυτά συγκέντρωσε ο Γ. Κατσίμπαλης.

Τα γαλλικά αυτά ποιήματα του «τρελού» Μητσάκη έρχονται κατά περιόδους στο προσκήνιο και ανακινούν θεμελιώδη ερωτήματα, σε ό,τι αφορά την λογοτεχνική έκφραση και την απόσταση που χωρίζει την ψυχική πάθηση του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα από το έργο του .

Το κείμενο που ακολουθεί οφείλει τα μέγιστα στα γραπτά του Α. Καράκαλου και στις συζητήσεις μαζί του.
http://www.24grammata.com/?p=4907

http://www.24grammata.com/?p=4899


 

Search Tools