λήμμα, λύμα, λείμμα, λίμμα, λήμα, λίμα (ομόηχες λέξεις)

wings · 3 · 44267

Online wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 67809
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
λήμμα και λύμα

Η λέξη λήμμα είναι αρχαία και ανάγεται ετυμολογικά στο ρήμα λαμβάνω. Σήμερα δηλώνει λέξη, φράση κτλ. που καταγράφεται σε λεξικό, με διάφορες γλωσσικές πληροφορίες, π.χ. σημασιολογικές, γραμματικές ή ετυμολογικές. Παραδείγματα χρήσης: Η δομή του λήμματος. Κατάλογος/σύνταξη λημμάτων. Λέξεις που σχηματίζονται με βάση το λήμμα: λημματογράφηση, λημματολόγιο.

Η λέξη λύμα χρησιμοποιείται σήμερα συνήθως στον πληθυντικό (λύματα). Στην αρχαιότητα είχε τη σημασία του νερού της μπουγάδας, ενώ σήμερα δηλώνει τα υγρά απόβλητα. Παραδείγματα χρήσης: αστικά/βιομηχανικά/επεξεργασμένα/οικιακά/τοξικά λύματα. Τα λύματα των εργοστασίων ή των πλοίων. Αγωγός λυμάτων. Συγγενής ετυμολογικά είναι και η λέξη λυμαίνομαι. Στο λύμα βασίζεται η λυματολάσπη.

Παράδειγμα παιγνιώδους χρήσης είναι η λέξη λημματολάσπη, που είχε εμφανιστεί σε μπλογκ (ιστολόγιο) προκειμένου να ασκηθεί αρνητική κριτική σε λήμματα ενός λεξικού.

Από τη σημερινή «Άσπρη λέξη»
« Last Edit: 29 Jul, 2019, 15:08:34 by spiros »


Offline sophistes

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 183
λήμμα  (<λαμβάνω) = κέρδος, ωφέλεια | λέξη προς αναζήτηση
λείμμα (<λείπ-)   = υπόλειμμα, υπόλοιπο
*λίμμα  (<λίπ-)   = άλλη εκδοχή του λείμματος (σπανιότατη λέξη)
λύμα   (<λύω)     = διάλυμα, διάλυση | (<λυμαίνω)  ρύπος, ακαθαρσία
*λήμα   (<λάω)    = επιθυμία, βλέψη
λίμα   (<λιμός)   = υπερβολικά μεγάλη πείνα | (<lima) ράσπα, οδοντωτό εργαλείο απόξεσης | πρωτ. του Περού


Εκτός από τα σημειωμένα με αστερίσκο που δεν χρησιμοποιούνται στην νέα ελληνική, τα άλλα αξίζει να τα γνωρίζουμε στις εξής περιπτώσεις:

λήμμα: μόνο για λήμματα π.χ. λεξικού κλπ.
διάλυμα: υγρό
διάλειμμα: παύση, διακοπή
(Στην Χημεία κάνετε καθόλου διαλύματα/διαλείμματα;)

κατάλυμα: ο ξενώνας, μέρος διαμονής
λίμα: (π.χ. για τα νύχια)

Έρχονται περισσότερα στον νου σας;
« Last Edit: 16 Jan, 2013, 21:18:33 by spiros »



Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 791012
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Και β(λήμα) :Ρ

λιμά
Τα υπόλοιπα, ό,τι έχει μείνει, τα ψιλά (σε χρήμα).
https://www.slang.gr/lemma/8164-lima
« Last Edit: 23 Jan, 2020, 19:45:52 by spiros »


 

Search Tools