break even -> ρεφάρω, πατσίζω, κάνω απόσβεση, έρχομαι στα λεφτά μου, ισοσκελίζω, ισοφαρίζω, έρχομαι μία ή άλλη, επιτυγχάνω ισορροπία, λειτουργώ επιχείρηση χωρίς ζημιά

 

Search Tools