from grooming to gossip -> από την αλληλοπεριποίηση στο κοινωνικό σχόλιο, από την αμοιβαία περιποίηση στο κοινωνικό σχόλιο

Mushroom

  • Newbie
  • *
    • Posts: 80
    • Gender:Male
Πώς θα αποδίδατε το Grooming μέσα στο παρακάτω νοηματικό πλαίσιο;
(Ελπίζω η παράθεση του αγγλικού κειμένου και της μετάφρασής μου να μη συνιστά παραβίαση των κανόνων).

From Grooming to Gossip

One way in which cohesion is maintained in primate groups is through social grooming. Grooming involves the manual inspection of each other's fur for insects and other possible problems. Although grooming may have originally developed to protect primates from small pests, over time it appears to have become a mechanism of bonding and cooperation. Time spent in social grooming increases with the size of the group or tribe. As human groups grew increasingly large, grooming as a means of group cohesion became unmanageable. Grooming may have gradually evolved into gestures, sign language, and the use of words under the demands for a more time-efficient means of social bonding.

Από την Περιποίηση στο Κουτσομπολιό

Ένας τρόπος με τον οποίο διατηρείται η συνοχή στις ομάδες των πρωτευόντων είναι η κοινωνική περιποίηση. Στην περιποίηση συμπεριλαμβάνεται το ψάξιμο από το ένα ζώο του τριχώματος του άλλου για έντομα και άλλα πιθανά προβλήματα. Παρόλο που η περιποίηση ίσως αναπτύχθηκε αρχικά με σκοπό να προστατευτούν τα πρωτεύοντα από μικρά παράσιτα, με το χρόνο φαίνεται ότι έγινε μηχανισμός δημιουργίας δεσμών και συνεργασίας. Ο χρόνος που αναλώνεται για κοινωνική περιποίηση αυξάνεται με το μέγεθος της ομάδας ή της φυλής. Καθώς οι ανθρώπινες ομάδες μεγάλωναν όλο και περισσότερο, η περιποίηση ως μέσο συνοχής της ομάδας έγινε τελικά ανέφικτη. Η περιποίηση ίσως εξελίχθηκε σταδιακά σε χειρονομίες, νοηματική γλώσσα και χρήση λέξεων, λόγω των απαιτήσεων για ύπαρξη πιο αποτελεσματικών από άποψη οικονομίας χρόνου μέσων δημιουργίας κοινωνικών δεσμών.

Comments welcome.
Thanks in advance.
« Last Edit: 31 Mar, 2012, 15:20:02 by spiros »
Άγγελος Παπαδημητρίου


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813140
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ίσως να σε ενδιέφερε και αυτό:

groom ρ. περιποιούμαι, φροντίζω (ιδ. άλογα) # στλεγγίζω, ξυστρίζω:  he understands horses and can groom quite well ξέρει από άλογα και τα περιποιείται άριστα # (για πιθήκους:) ψειρίζω # μτφ. προγυμνάζω, προαλείφω, προετοιμάζω:  he is groomed for the presidency προαλείφεται για την προεδρία # ευπρεπίζω, περιποιούμαι την εμφάνιση:  she's always groomed είναι πάντα περιποιημένη



banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Διαβάζω στην Britannica:

Cleaning behaviour,
also called GROOMING, self-grooming, as the action of a bird in preening its feathers, or mutual grooming as part of species behaviour, as among monkeys and other mammalian groups. Mutual grooming, which is often derived from display behaviour, cements social bonds between individuals of a group or colony. The term preening is usually used to describe cleaning behaviour in birds. In some birds, oil from the preen gland, picked up from the feathers after exposure to sunlight, is a major source of vitamin D. A form of cleaning behaviour called cleaning symbiosis occurs between certain fishes or between certain shrimps and fishes. The cleaner is allowed by the recipient fish to clean the latter of external parasites, which the cleaner eats. Both cleaner and cleaned thereby benefit.


Θα απέφευγα το "ψείρισμα" (αφήστε το για μας εδώ μέσα) και το "ξεψείρισμα", όπως και τα λόγια "φθειρισμός" και "αποφθειρίαση" (μόνο τα λεξικά μου φαίνεται να τα ξέρουν). Θα πρότεινα ωστόσο, αντί για την "κοινωνική περιποίηση", την πιο καλοχρωματισμένη (και ακριβέστερη) "αλληλοπεριποίηση" ή "αμοιβαία περιποίηση", και μάλιστα όπου έχει το grooming.

Και αν μου επιτρέπεις, Άγγελε, αν και πρόκειται για θέμα ύφους:
"λόγω των απαιτήσεων για ύπαρξη πιο αποτελεσματικών από άποψη οικονομίας χρόνου μέσων δημιουργίας κοινωνικών δεσμών". Πολλές γενικές, πολλά ουσιαστικά, και μακρινάρι το παρένθετο "από άποψη οικονομίας χρόνου". Θα πρότεινα, πάνω κάτω:
λόγω της ανάγκης για μέσα δημιουργίας κοινωνικών δεσμών που θα ήταν πιο αποτελεσματικά από την άποψη της εξοικονόμησης χρόνου.
Ή, σε πλήρη παράφραση:
λόγω της ανάγκης για δημιουργία κοινωνικών δεσμών με λιγότερο χρονοβόρους τρόπους
λόγω της ανάγκης να δημιουργούνται κοινωνικοί δεσμοί με λιγότερο χρονοβόρους τρόπους


« Last Edit: 06 May, 2006, 05:43:37 by nickel »


tsioutsiou

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 583
Στις θεωρίες εξέλιξης γλ., ελληνικά ,απαντας και από το social grooming στο κοινωνικό σχόλιο
1. Νομίζω κακώς αμετάφρ., αλλά κάτι λέει ως προς το mutual, αλληλο- που επισημαίνει ο Νίκελ.
2. Ισως και για άλλο λόγο, μην τους χαλάσει το κατιναριό το ακαντέμικ του paper
« Last Edit: 06 May, 2006, 15:56:23 by nickel »



Mushroom

  • Newbie
  • *
    • Posts: 80
    • Gender:Male
Παιδιά, ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σας. Ιδιαίτερα οι παρεμβάσεις του Νίκου μου έδειξαν και άλλους, πιο βατούς δρόμους.
Άγγελος Παπαδημητρίου


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male

banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Σήμερα έπεσα για δεύτερη φορά πάνω στο gossip (τη δεύτερη διαβάζοντας Shakespeare: The Biography του Peter Ackroyd, όπου γράφει: John Shakespeare and his newborn son would have been accompanied by the godparents, who were otherwise known as 'god-sips' or 'gossips').

Αντιγράφω από το Merriam-Webster New Book of Word Histories:
gossip
In Old English sib occurs as a noun meaning ‘kinship’ and as an adjective meaning ‘related by blood or kinship’. A modern descendant of sibb is sibling, ‘one of two or more persons who have the same parents’. By the eleventh century a compound had been formed from the noun sibb prefixed by god, the ancestor of Modern English god. A godsibb, therefore, was a person spiritually related to another, specifically by being a sponsor at baptism. Today we would call such a person a godmother or godfather, using god in the same way.
By the fourteenth century the d had begun to disappear in both pronunciation and spelling, and godsibb developed into gossib and then gossip, the form which is used today. The meaning, too, had begun to change, and the sense of gossip as a close friend or comrade developed alongside the sense of a godparent. Chaucer’s Wife of Bath tells her fellow-pilgrims on the road to Canterbury of having once gone walking with a lover and “my gossib dame Alys”. From there it was only a short step to the gossip of today, a person no longer necessarily friend, relative, or sponsor, but someone filled with irresistible tidbits of rumor.


Ιδού πώς από την ανάδοχο περάσαμε στη γλωσσοκοπάνα και την κουτσομπόλα! (Για να μη μαθαίνουμε μόνο πώς περάσαμε από το ξεψείρισμα στο κοινωνικό σχόλιο...)


 

Search Tools