-like -> -ειδές, ειδής, -ειδής, -ένια, -ένιο, -ένιος, -μορφη, -μορφο, -μορφος, -όμοια, ομοιάζον, ομοιάζουσα, ομοιάζων, ομοιάζων με, -όμοιο, -όμοιος, παρόμοιο του, που μοιάζει με, που μοιάζουν με, που ομοιάζει με, προσομοιάζοντος, σε σχήμα, -σχημος, τύπου, -ώδες, -ώδης

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816809
    • Gender:Male
  • point d’amour
-like -> -ειδές, ειδής, -ειδής, -ένια, -ένιο, -ένιος, -μορφη, -μορφο, -μορφος, -όμοια, ομοιάζον, ομοιάζουσα, ομοιάζων, ομοιάζων με, -όμοιο, -όμοιος, παρόμοιο του, που μοιάζει με, που μοιάζουν με, που ομοιάζει με, προσομοιάζοντος, σε σχήμα, -σχημος, τύπου, -ώδες, -ώδης

-like
Having some of the characteristics of (used to form adjectives from nouns).
a childlike voice
snake-like coils of rope

Note: the suffixes below cannot necessarily replace "-like", but are also used to form words having the same sense as words formed using "-like".
-esque, -ish, -ly, -oid, -some, -y

Chinese:
Mandarin: -般 (-bān), 如- (rú-), 類-, 类- (lèi-)
Dutch: -achtig (nl)
Esperanto: -eca
Finnish: -moinen (fi), -llinen (fi), -n kaltainen
German: -artig (de), -ähnlich
Hungarian: -szerű (hu), -os (hu), -as (hu), -es, -ös, -s
Icelandic: -legur (is) m
Japanese: (please verify) 様の (yō no), っぽい (ppoi), みたい (mitai)
Latin: -oides (in some words derived from Greek)
Russian: -подо́бный (-podóbnyj) (used with connecting "-о-")
Swedish: -lik (sv)
Turkish: -ca (tr), -ça (tr), -ce (tr), -çe (tr)
https://en.wiktionary.org/wiki/-like
« Last Edit: 06 Apr, 2020, 16:28:28 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Σπύρο, το -ένιος, -ένια, -ένιο δεν σημαίνει ό,τι και τα άλλα δύο (που αντιστοιχούν στο -like):

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
-ένιος -ένια -ένιο [énos] : επίθημα επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο:

1. είναι φτιαγμένο από την ύλη που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ινος): (ασήμι) ασημένιος, (διαμάντι) διαμαντένιος, (μολύβι) μολυβένιος, (σοκολάτα) σοκολατένιος, (τενεκές) τενεκεδένιος. || κάποτε δίνει τον προφορικό τύπο του αντίστοιχου επιθέτου με επίθημα -ινος: ξυλένιος - ξύλινος, χαρτένιος - χάρτινος.

2. έχει το χρώμα που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη, συχνά σε εναλλαγή με το επίθημα -ής -ιά -ί: ασημένιος, τριανταφυλλένιος, χρυσαφένιος· ασημής, τριανταφυλλής κτλ.

3. έχει τη χαρακτηριστική ιδιότητα που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: (άχυρο) αχυρένιος - αχυρένια επιχείρηση. [μσν. -ένιος < αρχ. μετουσ. επίθημα -έϊνος δηλωτικό ύλης: αρχ. ἰτ-έϊνος `από ξύλο ιτιάς΄, με μετάθ. του ημιφ.: [eιnos > enιos] και συνίζ. για αποφυγή της χασμ.: μσν. ασημ-ένιος]


-ειδής -ειδής -ειδές [iδís] : επίθημα επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· για την παραγωγή απαιτείται ο λόγιος ή ο επιστημονικός τύπος της πρωτότυπης λέξης, στις περιπτώσεις που παράλληλα υπάρχει και κοινός ή προφορικός τύπος· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο μοιάζει στο σχήμα, στη μορφή ή στη σύσταση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη και έχει επομένως κάποια από τα βασικά διακριτικά χαρακτηριστικά της· (πρβ. -μορφος): (τέρας) τερατοειδής· (δρέπανο) δρεπανοειδής, (έλλειψη) ελλειψοειδής, (πυραμίδα) πυραμιδοειδής· (αίλουρος) αιλουροειδής, (θάμνος) θαμνοειδής, (θύσανος) θυσανοειδής, (κισσός) κισσοειδής· (άμυλο) αμυλοειδής. || (επιστ.) το ουδέτερο ουσιαστικοποιημένο δηλώνει οικογένεια ζώων ή κατηγορία φυτών: αιλουροειδή, ανθρωποειδή, ψιττακοειδή, φοινικοειδή. || μειωτικά για άνθρωπο: (άνθρωπος) ανθρωποειδής, (γυναίκα) γυναικοειδής, (φασίστας) φασιστοειδής. [λόγ. < αρχ. -ειδής θ. του ουσ. εrδ(ος) -ής ως β' συνθ.: αρχ. σπογγο-ειδής `που μοιάζει με σφουγγάρι΄, ελνστ. πυραμιδο-ειδής]


-μορφος -η -ο [morfos] : β' συνθετικό σε σύνθετα επίθετα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: 1. (με α' συνθετικό ουσιαστικό) έχει τη μορφή αυτού που εκφράζει το α' συνθετικό, μοιάζει εξωτερικά με αυτό· (πρβ. -ειδής): ανθρωπό~, αραχνό~, ζωό~, τερατό~. 2. χαρακτηρίζεται εξωτερικά από τις ιδιότητες που συνεπάγεται αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό, έχει τη μορφή ή τα στοιχεία που δίνει το α' συνθετικό: δί~, ομοιό~, ποικιλό~, πολύ~, τρί~.
[λόγ. < αρχ. -μορφος θ. του ουσ. μορφ(ή) -ος ως β' συνθ.: αρχ. (παράγωγο) ἄ-μορφος `άσχημος, χωρίς μορφή΄, γυναικό-μορφος `με γυναικείο σχήμα΄, πολύ-μορφος, ελνστ. ἀνθρωπό-μορφος & διεθ. -morph, -morphous < αρχ. -μορφος: ισό-μορφος < iso- + -morph, -morphous]



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816809
    • Gender:Male
  • point d’amour
Οι αποδόσεις που έβαλα είναι βάσει των υφιστάμενων αποδόσεων σε λεξικά ως δυνητικές καταλήξεις. Π.χ. «fairy-like -> νεραϊδένιος, νεραϊδόμορφος, αιθέριος, ανάλαφρος, λεπτεπίλεπτος».


 

Search Tools