σόλοικος

progvamp

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1572
    • Gender:Female
Άγνωστη λέξη: σόλοικο

σόλοικος: (<αρχ. σόλοικος < Σόλοι, αποικία Αθηναίων στην Κιλικία όπου ήταν συνήθεις οι γλωσσικοί βαρβαρισμοί)
-η, -ο  επίθ. (Κ. -ος, -ον) εσφαλμένος συντακτικά | μτφ. άπρεπος, ανάρμοστος: πολύ σόλοικο ήταν αυτό που έκανες.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813997
    • Gender:Male
  • point d’amour
Εξ ου και... σολοικισμοί!

σολοικισμός ο
[soli<k>izmós] O17 :  συντακτικό σφάλμα στη χρήση της γλώσ σας· (πρβ. βαρβαρισμός).  [λόγ. < αρχ. σολοικισμός (δες στο σόλοικος)]

σόλοικος -η -ο [sólikos] E5 :  1. για προφορικό ή για γραπτό λόγο που παρουσιάζει συντακτικά λάθη. || για κπ. που κάνει συντακτικά λάθη. 2. (μτφ.) για κτ. που θεωρείται ανάρμοστο ή απρεπές: Eίναι σόλοικο να πας χωρίς τη γυναίκα σου. Eίναι λιγάκι σόλοικο, δε νομίζεις;   [λόγ. < αρχ. σόλοικος < Σόλοι πόλη της Κιλικίας, όπου η ελληνική μιλιόταν με ξένες επιδράσεις]
« Last Edit: 06 Mar, 2006, 03:41:45 by spiros »



 

Search Tools