κορόνα ή κορώνα; -> κορόνα (σχολικώς ορθό) | κορώνα (Μπαμπινιώτης, από το αρχαίο «κορώνη»)

Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
"κορόνα" ή "κορώνα";
« Last Edit: 31 Jan, 2020, 16:18:36 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 68081
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Μα γιατί ρωτάς με βάση τις γκουγκλιές και δεν πας στο λεξικό;

ΛΚΝ
κορόνα 1 η [koróna] Ο25 : I1. (λαϊκότρ.) το στέμμα. ΦΡ ~ στο κεφάλι μου, λέγεται συνήθ. από τον ένα από τους δύο συζύγους για τον άλλο ως ένδειξη βαθύτατης εκτίμησης ή χάριν αστεϊσμού. 2α. επί βασιλείας, ως διακριτικό των ανώτερων αξιωματικών, αντίστοιχο του εθνόσημου. β. (προφ.) η μία όψη του μεταλλικού νομίσματος με ανάγλυφη εικόνα ενός ιστορικού προσώπου ή μιας προσωπικότητας, σε αντιδιαστολή προς την άλλη όψη που φέρει τα γράμματα, κυρίως στην έκφραση ~ ή γράμματα, επιλογή με βάση την τύχη, που γίνεται στρίβοντας στον αέρα ένα μεταλλικό νόμισμα, και στη ΦΡ (παίζω / ρίχνω κτ.) ~ γράμματα, ριψοκινδυνεύω. II. προστατευτικό, μεταλλικό συνήθ., κάλυμμα δοντιού.
[μσν. κορόνα αντδ. < ιταλ. corona < λατ. corona `στεφάνι, βασιλικό στέμμα΄ < αρχ. κορώνη `κουρούνα (δες λ.), στριφτό αντικείμενο σαν το ράμφος της κουρούνας, στολίδι σε ψηλό μέρος΄ (πρβ. ελνστ. κορώνη `στεφάνι΄ από λατ. επίδρ. στη σημ.)]

κορόνα 2 η : ονομασία νομισματικής μονάδας ορισμένων κρατών: Σουηδική ~.
[αντδ. < ιταλ. corona, επειδή το νόμισμα απεικόνιζε στέμμα (δες στο κορόνα 1)]

κορόνα 3 η : (μουσ.) 1. μουσικό σημάδι που όταν μπαίνει επάνω από μία νότα ή μία παύση, παρατείνει τη διάρκειά της κατά βούληση. 2. στη φωνητική μουσική, το υψηλό σημείο της μελωδίας, όπου υπάρχει κορόνα1: Έβγαλε μια ~. || (μτφ.): Tελείωσε το λόγο του με μια ~, με κτ. πομπώδες και εντυπωσιακό.
[ιταλ. corona (δες κορόνα 1, από την ομοιότητα της μορφής με το σημάδι)]



Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Καλημέρα Βίκυ.

Το πρώτο πράγμα που διάβασα ήταν στο λεξικό και δεν ρωτώ με βάση τις γκουγκλιές.
Με ενδιαφέρει συγκεκριμένα αυτό το νήμα: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=279101.0
Εντοπίζω αρκετές αναφορές με «ω» και διερωτώμαι αν είναι σωστό ή λάθος. :)
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 68081
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Μια χαρά σωστός είναι ο τίτλος στο νήμα που μας έδωσες.

Επιμένω ότι αν μέναμε στο λεξικό, δεν θα είχαμε απορία αν είναι σωστό αυτό που γράφουμε. Έχω την εντύπωση ότι είναι παλαιότερη γραφή αυτή με το ωμέγα, αλλά δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία πια.

Καλημέρα. :-)



Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 805371
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
κορώνα (η) (σχολ. ορθ. κορόνα) {δύσχρ. κορωνών} 1. κόσμημα που φέρεται στην κεφαλή συνήθ. βασιλέων κατασκευάζεται από ευγενές μέταλλο, διακοσμείται περίτεχνα με πολύτιμους λίθους και έχει σχήμα στεφάνης ΣΥΝ. στέμμα 2. κάθε κόσμημα κεφαλής που μοιάζει με στέμμα: αποκριάτικη ~ || η ~ μιας νικήτριας καλλιστείων ΦΡ. (μτφ.) έχω (κάποιον) κορώνα στο κεφάλι μου τιμώ πάρα πολύ και φροντίζω (κάποιον): εγώ τη γυναίκα μου την ~ 3. (συνεκδ.) καθετί που φέρει απεικόνιση τού παραπάνω κοσμήματος (λ.χ. οικόσημο, θυρεός, νόμισμα)· (ειδικότ.) νόμισμα χωρών τής Ευρώπης: η ~ τής Σουηδίας | τής =ανίας- ΦΡ. (α) κορώνα-γράμματα βλ. λ. γράμμα (β) παίζω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα βλ. λ. ζωή 4. θήκη από ειδικό υλικό (πορσελάνη, πολύτιμο μέταλλο κ.λπ.), που τοποθετείται από οδοντίατρο πάνω σε φυσικό δόντι, καλύπτοντας το όλο για την προστασία του: πορσελάνινη | χρυσή - ΣΥΝ. θήκη, επίθεση · 5. ΜΟΥΣ. σημείο που δηλώνει επιμήκυνση ενός φθόγγου και σημειώνεται πάνω από αυτόν (συνεκδ.) η αυξημένη χρονική διάρκεια και ένταση τής φωνής σε συγκεκριμένο σημείο τής μελωδίας: βγάζω - 6. (μτφ.) τα μεγάλα λόγια, συνήθ. για εντυπωσιασμό, επιθετικές ή έντονες εκφράσεις: δημαγωγικές | πολεμοχαρείς ~ || στον λόγο του πέταξε και μερικές εθνικιστικές - ΣΥΝ. μεγαλοστομία.

[ΕΤΥΜ Αντιδάν., < λατ. corona «στεφάνι» < αρχ. κορώνη «κουρούνα» < θ. kor-ön-, παρεκτεταμένος τ. τού *kor-, ετεροιωμ. βαθμ. τού I.E. *ker-, ηχομιμητική ρίζα που αποδίδει κραυγές ορισμένων πτηνών, πβ. λατ. comix «κουρούνα», corvus «κοράκι», αγγλ. crow, σουηδ. kraka, γαλλ. corbeau κ.ά. Ομόρρ. πιθ. κόρ-αξ (βλ.λ.), κορ-ωνίς (-ίδα)]. Κορώνη (η) κωμόπολη τής ΝE. Πελοποννήσου στον νομό Μεσσηνίας
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη


Σχόλιο Μπαμπινιώτη για το κοροναϊός, κορονοϊός, κορωναϊός ή κορωνοϊός;:
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=938308.0


κορώνη



κορόνα [koróna], η (ουσ. ΟθI2.1).
 1)
Κόσμημα με πλούσια διακόσμηση, που μοιάζει με στεφάνι και το οποίο φορούν στο κεφάλι τους συνήθως οι βασιλείς, ως σύμβολο της εξουσίας τους

(ΣΥΝ διάδημα, στέμμα)
Χρήσεις
βασιλική/ αυτοκρατορική/ χρυσή κορόνα
(κατ’ επέκτ.)
Η λεπτή ολόχρυση κορόνα αναδεικνύει τη νυφική κόμη
(= γυναικείο κόσμημα)
Η νέα Σταρ Ελλάς παρέλαβε την κορόνα από την προκάτοχό της
Φράσεις
ΕΚΦΡ
Έχω κπν κορόνα στο κεφάλι μου [έχω, κεφάλι]
τρέφω μεγάλη εκτίμηση, αγαπώ και σέβομαι κπν, συνήθως τον σύζυγό μου, περισσότερο από καθετί

Χρήσεις
 2)
 α.
Κάθε παράσταση ή απεικόνιση του παραπάνω κοσμήματος

Χρήσεις
 β.
Η όψη νομίσματος στην οποία παριστάνεται το εθνικό στέμμα, η προτομή ηγεμόνα κτλ., σε αντιδιαστολή με την άλλη όψη, που φέρει τη δήλωση της αξίας του νομίσματος (γράμματα)

Φράσεις
 3)
Νομισματική μονάδα ευρωπαϊκών κρατών (Δανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Σλοβακίας, Εσθονίας και Τσεχίας) που οφείλει το όνομά της στην κορόνα (στέμμα) που έχει ή είχε παλιότερα το νόμισμα στη μια πλευρά του

Χρήσεις
 4){μουσ.}
 α.
Μουσική ένδειξη που υποδεικνύει στον εκτελεστή να παρατείνει τη διάρκεια μιας νότας ή μιας παύσης, κάνοντάς τη τουλάχιστον διπλάσια· κάποιες φορές υποδεικνύει απλώς το τέλος μιας μουσικής φράσης ή ενός έργου ή μέρους αυτού

(ΣΥΝ κορωνίδα)
 β.(για τραγούδι)
Πολύ ψηλή και μακράς διαρκείας νότα, καθώς και η φωνή που εκτελεί τη συγκεκριμένη νότα με σταδιακή κορύφωση της έντασης

Χρήσεις
 5)(μτφ.)
Λόγια που χρησιμοποιούνται για εντυπωσιασμό

(ΣΥΝ μεγαλοστομία)
Χρήσεις
 6)
Το κάλυμμα που τοποθετείται για αποκατάσταση πάνω από ένα χαλασμένο δόντι· έχει το σχήμα του φυσικού δοντιού και φτιάχνεται από μέταλλο ή πορσελάνη

(ΣΥΝ θήκη, στεφάνη)
Χρήσεις
 7){ανατ.}
Τμήμα οργάνου, ιστού ή κυττάρου με κυκλικό σχήμα, στο οποίο κατά κανόνα υπάρχει πρόσφυση ή επαφή με άλλον ιστό ή όργανο

(ΣΥΝ στεφάνη)
Χρήσεις
 8){μηχανολ.}
Είδος οδοντωτού τροχού (γραναζιού) του οποίου η οδόντωση είναι τμήμα κατάλληλα διαμορφωμένου περικοχλίου και ο οποίος συνεργάζεται με ατέρμονα κοχλία για τον πολλαπλασιασμό της ροπής στρέψης του· πλεονεκτεί σε σχέση με άλλους τρόπους μετάδοσης κίνησης λόγω της αθόρυβης λειτουργίας του, αλλά έχει και το μειονέκτημα της υπερθέρμανσης εξαιτίας της μεγάλης τριβής που αναπτύσσεται

Χρήσεις
[ΕΤΥΜ^ < μσν. κορόνα < λατ. corona ‘στεφάνι, στέμμα’ < αρχ. κορώνη ‘κουρούνα, που μοιάζει με κουρούνα, στολίδι ψηλά’· οι σημ. 4 και 5 είναι σημασ. αντιδ. από το ιταλ. corona < λατ. corona < αρχ. κορώνη· η σημ. 8 είναι αντιδ. από το αγγλ. corona (ιατρ. ορολογία) < αρχ. κορώνη].


Μεγάλο Ηλεκτρονικό Λεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας – Πατάκη (ΜΗΛΝΕΓ-Π)
« Last Edit: 31 Jan, 2020, 16:21:01 by spiros »


 

Search Tools