heure bleue -> δείλι, δειλινό, σουρούπωμα, σούρουπο, λυκόφως, μούχρωμα, σύθαμπο

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
L'heure bleue -> η μπλε ώρα
« Last Edit: 17 Dec, 2012, 11:00:43 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812019
    • Gender:Male
  • point d’amour
Δε νομίζω να υπάρχει τέτοια έκφραση στα ελληνικά. Αφού πιο πριν είχες βάλει αποδόσεις σε ανάλογα θέματα.

L'heure bleue est la période de temps entre le jour et la nuit où le ciel se remplit presque entièrement d'un bleu pâle plus foncé que le bleu ciel du jour (on dit aussi « entre chien et loup » ou encore « la brunante »). Elle est causée par la diffusion Rayleigh.
https://fr.wikipedia.org/wiki/Heure_bleue



Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!


Καλά έκανες και τα συγχώνευσες.
Εγώ το βρήκα εδώ: [....] Ο Δημήτρης αρχίζει να τον ψάχνει στους λιγοστούς φίλους του, να επιδιώκει συνάντηση ακόμη και με το ζόρι, μήπως και βγάλει κάποια άκρη. Το μυστήριο της εξαφάνισης ξετυλίγεται μέσα από μια διαδρομή σε Αθήνα, Γαλλία,  Ιταλία και τέλος Γερμανία. Οι αποκαλύψεις θα έρθουν σιγά -σιγά, μέσα  από λόγια και γρίφους, με την επιμονή του Δημήτρη να τον βρει οπωσδήποτε και να μπορέσει να καθησύχαση τη μητέρα του, αλλά, και τον εαυτό του. Στον προορισμό του ταξιδιού,  η Μπλε ώρα, είναι η ώρα που αρχίζει να νυχτώνει και όλα φαίνονται πιο ξεκάθαρα, το τοπίο αλλάζει, ο ουρανός γίνεται μπλε και οι αποκαλύψεις  παίρνουν το δρόμο τους  δίχως επιστροφή.[...]
Θανάσης Χειμωνάς
Εκδ. Πατάκη, 2005
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812019
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ενδιαφέρον, δεν το ήξερα. Αυτά βέβαια λογοτεχνική αδεία, διότι, όπως βλέπεις, δεν υπάρχει καμία ώρα εδώ :)

μπλε [blé] Ε (άκλ.) : που έχει σκούρο γαλάζιο χρώμα: μπλε μάτια. μπλε κουστούμι. || (ως ουσ.) το μπλε, το μπλε χρώμα: Aνοιχτό / σκούρο μπλε. Aποχρώσεις του μπλε. Φοράει μπλε, για μπλε ρούχα. μπλε ρουά, ανοιχτό μπλε. μπλε νουάρ, πολύ σκούρο μπλε. μπλε μαρέν, σκούρο μπλε. ΦΡ κάνω κπ. μπλε μαρέν (στο ξύλο), τον δέρνω πολύ.
[λόγ. < γαλλ. bleu]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη



 

Search Tools