αιδώς -> shame, pudendum, genitalia, genital organ, genitals

spiros · 1 · 1278

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815981
    • Gender:Male
  • point d’amour
αιδώς -> 1. shame 2. pudendum, genitalia, genital organ, genitals

αιδώς η [eδós] O γεν. αιδούς, αιτ. αιδώ (χωρίς πληθ.) : (λόγ.) 1α. το συναίσθημα της ντροπής που προέρχεται ιδίως από καταπάτηση των ηθικών ή κοινωνικών κανόνων: H νεολαία συχνά κατηγορείται για έλλειψη σεμνότητας και αιδούς. ~, Aργείοι, (ως επίπληξη για τους Έλληνες) ντροπή σας! β. (νομ.) Προσβολή της αιδούς κάποιου / της δημοσίας αιδούς, για εκτέλεση άσεμνης ή ακόλαστης πράξης. 2. τα απόκρυφα μέρη του ανθρώπινου σώματος: Mε ένα απλό κομμάτι ύφασμα αντί για ρούχο γύρω από την αιδώ.  [λόγ. < αρχ. αἰδώς (1β: σημδ. γαλλ. pudeur)]
« Last Edit: 08 Feb, 2010, 04:35:58 by spiros »


 

Search Tools