proof of concept (PoC, POC) -> απόδειξη της ιδέας, απόδειξη εφικτότητας της ιδέας, απόδειξη της ορθότητας της ιδέας, απόδειξη της ορθότητας της αρχής, απόδειξη αρχών, εξακρίβωση της δυνατότητας υλοποίησης της προτεινόμενης λύσης, απόδειξη υλοποιησιμότητας, εφικτότητα καινοτόμου ιδέας, απόδειξη επιτευξιμότητας

Vion · 9 · 2786

Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 752581
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Πρόβλημα: το "επικύρωση έννοιας" δεν χρησιμοποιείται. Επίσης, για το επικύρωση υπάρχει το «validation». Στα Γαλλικά, το αντίστοιχο είναι "preuve de concept".

"απόδειξη της έννοιας"
"απόδειξη της ορθότητας"
"επαλήθευση της ορθότητας"

Proof of concept στα Ελληνικά, Λεξικό Αγγλικά Ελληνικά

εξακρίβωση της δυνατότητας υλοποίησης της προτεινόμενης λύσης
http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=572989:cs

εννοιολογική απόδειξη
http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lng1=el,en&lang=&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=464113:cs

εξακρίβωση της αρχικής ιδέας
http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=560061:cs

ορθότητα της ιδέας
http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=477773:cs

A proof of concept (POC) or a proof of principle is a realization of a certain method or idea to demonstrate its feasibility, or a demonstration in principle, whose purpose is to verify that some concept or theory has the potential of being used. A proof of concept is usually small and may or may not be complete.
https://en.wikipedia.org/wiki/Proof_of_concept

proof
noun
1 feminine απόδειξη [aPOδixi] a. the evidence or argument that compels the mind to accept an assertion as true: Further proof Κρείσσων απόδειξις b. the validation of a proposition by application of specified rules, as of induction or deduction, to assumptions, axioms, and sequentially derived conclusions: The proofs for the existence of God Οι αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού c. a statement or an argument used in such a validation d. convincing or persuasive demonstration: Was asked for proof of his identity Ζητήσαμε απόδειξη της ταυτότητητάς του e. law the result or effect of evidence; the establishment or denial of a fact by evidence
2 feminine διαπίστωση [δi:aPIstosi] (the state of being convinced or persuaded by consideration of evidence)
3 feminine βάσανος [VAsanos], feminine δοκιμασία [δokimaSIa], masculine ‘έλεγχος’ [ELenhos] (determination of the quality of something by testing; trial): Put / bring to the proof Θέτω υπό βάσανον
4 feminine περιεκτικότητα οινοπνεύματος [peri:ektiKOtita inopNEvmatos], informal neuter plural γράδα [γRAδa] (the alcoholic strength of a liquor, expressed by a number that is twice the percentage by volume of alcohol present): The wine is 14% proof Η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο κρασί είναι 14%
5 feminine αδιατρησία [aδi:atriSIa] (proven impenetrability): I was clothed in armour of proof Φορούσα αδιάτρητη θωράκιση
6 typography neuter τυπογραφικό δοκίμιο [tipoγrafiKO δoKImi:o] a. a trial sheet of printed material that is made to be checked and corrected: proof reader Διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων b. a trial impression of a plate, stone, or block taken at any of various stages in engraving
adjective
1 masculine|feminine|neuter απρόσβλητ|ος|η|ο [apROzvlit|os|i|o], masculine|feminine|neuter άτρωτ|ος|η|ο [Atrot|os|i|o] (able to withstand; successful in not being overcome): proof against temptation Απρόσβλητος στον πειρασμόThis glass is proof against bullets Το γυαλί αυτό είναι άτρωτο στις σφαίρες
2 masculine|feminine|neuter ανεπηρέαστ|ος|η|ο [anepiREast|os|i|o] (invulnerable): proof against temperature changes Ανεπηρέαστος από θερμοκρασιακές μεταβολές
3 masculine|feminine|neuter αδιάβροχ|ος|η|ο [aδiAvroh|os|i|o], masculine|feminine|neuter στεγαν|ός|ή|ό [steγaN|Os|I|O] (impenetrable, impervious): Water-proof material Αδιάβροχο ύφασμα
4 masculine|feminine|neuter αποδεικτικ|ός|ή|ό [apoδiktiK|Os|I|O] (used for testing or proving; serving as proof)
5 informal masculine|feminine|neuter γραδαρισμέν|ος|η|ο [γraδarizMEn|os|i|o] (of standard strength, as an alcoholic liquor)
6 masculine|feminine|neuter ανθεκτικ|ός|ή|ό [anθektiK|Os|I|O] (of tested or proven strength or quality): proof armour Ανθεκτική θωράκιση
verb
1 transitive ελέγχω [eLEnho], δοκιμάζω [δokiMAzo] (to test; examine for flaws, errors, etc; check against a standard or standards)
2 transitive αδιαβροχοποιώ [aδi:avrohopiO], στεγανοποιώ [steγanopiO] (to make [something] proof, especially make [fabric] waterproof)
3 intransitive φουσκώνω [fusKOno], αφραταίνω [afraTEno] (to become properly light for cooking): The batter proofed overnight Η ζύμη φούσκωσε κατά τη νύχτα
4 transitive cookery a. δοκιμάζω μαγιά [δokiMAzo maΓIA] (to test the effectiveness of [yeast], as by combining with warm water so that a bubbling action occurs) b. ενεργοποιώ μαγιά [enerγopiO maΓIA] (to activate [dormant dry yeast] by adding water) c. ζυμώνω [ziMOno] (to work [dough] into proper lightness)
5 transitive typography a. τυπώνω δοκίμιο [tiPOno δoKImi:o] (to make a trial impression of (printed or engraved matter) b. διορθώνω (δοκίμιο) [δi;orΘOno (δoKImi:o)] (to proofread [copy])
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

proof
ουσ. απόδειξη, δοκιμασία, (αριθμ.) βάσανος, (νομ.) αποδεικτικό στοιχείο, αποδεικτικό μέσο, μαρτυρική κατάθεση, πρακτικό κατάθεσης, (ποτοποιία) προυφ, μέτρο περιεκτικότητας σε αλκοόλη αλκοολούχων ποτών, (τυπ.) τυπογραφικό δοκίμιο για διόρθωση, δοκίμιο ξυλογραφίας, λιθογραφίας, επ. (επί αλκοολούχων ποτών) κανονικό σε περιεκτικότητα αλκοόλης, προυφ, (επί όπλων) δοκιμασμένης αντοχής, proof against ανθεκτικός, αδιαπέραστος, απρόσβλητος, εξασφαλισμένος από, (μεταφ.) ασυγκίνητος, (ως δεύτερο συνθετικό λέξης) στεγανός, αδιαπέραστος, -στεγής, ρμ. καθιστώ απρόσβλητο <ιδ. καθιστώ αδιάβροχο, αλεξίσφαιρο>
Penguin Hellenews English-Greek dictionary
« Last Edit: 07 Jan, 2013, 19:28:58 by spiros »




Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 752581
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Για την ακρίβεια, επαλήθευση / εξακρίβωση / "απόδειξη της ορθότητας της ιδέας" ή της δυνατότητας υλοποίησης/υλοποιησιμότητας/εφικτότητας

Το ΕΣΕ θα χορηγήσει περίπου 1,6 δισ. ευρώ στους καλύτερους πεπειραμένους και νέους ερευνητές που εργάζονται στην Ευρώπη. Για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των αποτελεσμάτων της έρευνας αιχμής και της εμπορευματοποίησής τους, ανελήφθη η περιορισμένη πρωτοβουλία «απόδειξη της ορθότητας της ιδέας».

The ERC will award close to EUR 1.6 billion to the best senior and young researchers working in Europe. To help bridge the gap between frontier research results and commercialisation, a small 'Proof of Concept' initiative has been introduced;
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2012:0279:FIN:EN:HTML
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2012:0279:FIN:EL:HTML
« Last Edit: 07 Jan, 2013, 20:41:29 by spiros »



Offline valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13954
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
    • ΕΛΕΤΟ





 

Search Tools