doll up -> στολίζομαι, σημαιοστολίζομαι, φτιάχνομαι, φτιασιδώνομαι, βάζω τα καλά μου, φοράω τα καλά μου, σενιαρίζομαι, σενιάρομαι, στολίζω, στολίζομαι σαν κούκλα, στολίζομαι σαν γαμπρός, κάνω πιο ελκυστικά, ντύνομαι κομψά

crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9014
    • Gender:Female
doll up -> στολίζομαι, σημαιοστολίζομαι, φτιάχνομαι, φτιασιδώνομαι, βάζω τα καλά μου, φοράω τα καλά μου, σενιαρίζομαι

1. To dress oneself smartly and often ostentatiously, especially for a special occasion.
2. To add embellishing details to in order to make much more attractive.

(Clothing & Fashion) (tr, adverb) Slang to adorn or dress (oneself or another, esp a child) in a stylish or showy manner
doll up - definition of doll up by the Free Online Dictionary, Thesaurus and Encyclopedia.




 

Search Tools