nip -> τσιμπώ, δαγκώνω, σταματώ την ανάπτυξη, περονιάζω, μουδιάζω, καίω, παγώνω φυτά, μαραίνω, περικόπτω, ψαλιδίζω, αποκόπτω, κουτσουρεύω, σταματώ, θέτω υπό έλεγχο, καταβάλλω, στεναχωρώ, τσιμπάω, σουφρώνω, κλέβω, πιάνω στα πράσα, μαγκώνω, λακίζω, κουτσοπίνω, τσίμπημα, τσιμπιά, δαγκωνιά, δαγκωματάκι, ψιλοδάγκωμα, μπηχτή, παγετός, παγωνιά, ψύχρα, τσούξιμο, μικρή ποσότητα οινοπνευματώδους ποτού, ποτηράκι, γουλιά, μισοτελειωμένο σβησμένο τσιγάρο, γόπα, αποτσίγαρο

Offline crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9017
    • Gender:Female
    • krystallia.katsarou
    • crystaurelia
    • krystalliakatsarou
    • 107946586133656839791
    • crystaurelia
nip -> μισοτελειωμένη γόπα, μισοτελειωμένο σβησμένο τσιγάρο

To nip someone's heid is to irritate someone by constant nagging.
Ah had to get oot the hoose. She'd been nippin ma heid all day.
To nip a cigarette is a Glasgow term meaning to put it out before it is finished, usually with the intention of finishing it later
A nip is a partly-smoked extinguished cigarette.
http://www.britannia.org/scotland/scotsdictionary/n.shtml




Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790083
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
αποτσίγαρο

Και:
τσιμπώ, δαγκώνω, σταματώ την ανάπτυξη, περονιάζω, μουδιάζω, καίω, παγώνω φυτά, μαραίνω, περικόπτω, ψαλιδίζω, κουτσουρεύω, σταματώ, θέτω υπό έλεγχο, καταβάλλω, στεναχωρώ, τσιμπάω, σουφρώνω, κλέβω, πιάνω στα πράσα, μαγκώνω, λακίζω, κουτσοπίνω, τσίμπημα, τσιμπιά, δαγκωνιά, δαγκωματάκι, ψιλοδάγκωμα, μπηχτή, παγετός, παγωνιά, ψύχρα, τσούξιμο, μικρή ποσότητα οινοπνευματώδους ποτού, ποτηράκι, γουλιά
« Last Edit: 02 Apr, 2013, 15:46:58 by spiros »


 

Search Tools