Author Topic: Γιάννης Ρίτσος  (Read 208585 times)

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία (III)
« Reply #15 on: 26 Jan, 2009, 17:02:11 »
[Από τη σειρά Εαρινή συμφωνία (1937-1938)]

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία

ΙΙΙ


Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθώ
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μάς
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Tόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:51:37 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία (VI)
« Reply #16 on: 28 Jan, 2009, 16:27:00 »
Από τη σειρά Εαρινή συμφωνία (1937-1938)

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία

VI


Αγαπημένη
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ’ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου
που σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.
Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.    

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:52:02 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία (X)
« Reply #17 on: 30 Jan, 2009, 19:09:08 »
[Από τη σειρά Εαρινή συμφωνία (1937-1938)]

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία

Χ


Αγάπη, Αγάπη,
δε μούχες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:52:31 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία (XVI)
« Reply #18 on: 01 Feb, 2009, 20:37:32 »
[Από τη σειρά Εαρινή συμφωνία (1937-1938)]

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία

XVI


Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή τού απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα τής θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:53:08 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Από τη σειρά Το Εμβατήριο του ωκεανού (1939-1940)

Γιάννης Ρίτσος, Το Εμβατήριο του ωκεανού (απόσπασμα)

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια

κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στη νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν τη συγνώμη που έφτασεν αργά.

Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.

Κ' είναι τα κατάρτια που επιμένουνε
να μετρήσουν τα' άστρα
με τη βοήθεια της ήρεμης ανάμνησης
μια ανθοδέσμη γλάρων στην αυγινή ευδία.

Φεύγει το χρώμα απ' το πρόσωπο της ημέρας
και το φως δε βρίσκει ένα άγαλμα
να κλειστεί να δοξαστεί να γαληνέψει.

Θα υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
την ανοιχτή πληγή του ήλιου
που αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στην ίδια πορεία
στην ίδια ερώτηση
στις γόνιμες φλέβες της άνοιξης
που επαναλαμβάνει τους γύρους των χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στο ακατανίκητο στερέωμα;
Ποια πληγή
δεν μας δωρήθηκε ακόμη
για να συμπληρώσουμε
του θεού τη θεότητα;

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ' τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η  μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ' ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ' έβλεπα
- μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
- ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ' τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ' τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ' ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας  
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.

...

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:54:00 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1942)]

Γιάννης Ρίτσος, Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (απόσπασμα)

...

Χιλιάδες αποσιωπητικά τ' αστέρια. Φίλησε με.
Χιλιάδες στόματα χρυσά λιγάκι λυπημένα
πάνου στο στόμα σου. Κ' οι στίχοι ως πέρα απ' τα μεσάνυχτα
κάτου απ' τη λάμπα που καπνίζει. Μυρίζει πετρέλαιο.

Στυφός ο ουρανίσκος απ' το φιλί κι απ' την αγρύπνια.
Σίγουρα θάχει αυτό το φάρμακο και κίνα. Είναι πικρό.
Μια κουταλιά της σούπας πριν από τον ύπνο.

Δεν το ξέχασα το φάρμακο, μητέρα,
τόσο πικρό τόσο γλυκό - το βράδυ ο δρόμος τα ποιήματα.
Τούτο το σφίξιμο δω πάνου στα μελίγγια. Η μυρωδιά του φαρμακείου.
Και μια κόκκινη φλέβα που δουλεύει
στο αναπαυμένο χέρι του έξω απ' το σεντόνι σαν κλαδί σπασμένο.



Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:55:36 by wings »


and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Ο λύχνος τών φτωχών και ταπεινών

                                                  Στην αδελφή μου ΝΙΝΑ

III

Μόλις έπαψε το σούρουπο η βροχή
βγήκες αργά στον έρημο κάμπο
κοίταξες τον πλυμένο ουρανό
και περίμενες τη νύχτα.
Είδες έναν κύκλο φωτεινό
γύρω στο φεγγάρι
κ' είπες : πάλι θα βρέξει.

Κ' είσουνα τόσο χαρούμενος
που κοίταξες τον ουρανό
που είδες το κίτρινο φεγγάρι
που άκουσες τη φωνή σου.

Κάτου απ' τα μουσκεμένα δέντρα
περνούσε Εκείνος
μ' ένα μικρό φανάρι στο δεξί του χέρι
να φωτίζει το δρόμο
μη σκοντάφτουν τα μαμούδια.

Μην ξεχάσεις τη λειτουργία της Κυριακής.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:55:24 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
Γιάννης Ρίτσος, Ο ξένος (XV)
« Reply #22 on: 12 Feb, 2009, 22:04:32 »
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Ο ξένος  

XV


Η αποστολή μου τέλειωσε
κι ακόμη αργοπορώ.
Αμφίρροπος ακόμη στέκω
στη γέφυρα που μου χτίζει το βλέμμα σου.
Ζητάς ν' ακολουθήσεις τη σκιά μου
που χάνεται μέσα στο φως
σαν το σπαθί μέσα στη θήκη του.

Ο δρόμος είναι απέραντος
ο δρόμος είναι δύσκολος κ' είναι γυμνός
σαν ένα χέρι που ποτέ δε χάιδεψε
και που ποτέ δεν συγχωρεί.

Ο δρόμος που οδηγεί κοντά μου βρίσκεται εντός σου.
Σκύψε βαθιά πολύ βαθιά σου
τόσο που να λυγίσεις όλος σ' ένα τόξο
να σφεντονήσεις το βέλος στη σιωπή.
Εκεί ανατέλλει το φως μου που αγαπάς
το δικό σου φως
το φως όλου του κόσμου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:56:04 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Ο μικρός αδελφός των γλάρων                                

Του χαμένου αδελφού μου ΜΙΜΗ

XIX

Αν ανέβεις επάνω στις μεγάλες κάμαρες
θα βρεις τα πράγματα βαμμένα
με το σταχτί χρώμα τού ύπνου
με το πικρό μύρο τής γαλήνης.

Μέσα στην αίθουσα που κοιτάει προς τη θάλασσα
θα βρεις το σκεβρωμένο πιάνο
κι ανοιχτές τις κίτρινες σελίδες
εκείνης της παλιάς μαζούρκας
που τη χόρευε η Νίνα μ' έναν άγγελο
τότε που βλέπαμε ν' αστράφτει
μέσα στον ίσκιο τού καθρέφτη η ομορφιά της
σαν ένα σύννεφο χρυσό στη βραδιασμένη θάλασσα.

Δεν πρέπει να βάλεις το δάχτυλο στα πλήκτρα
και να λογχίσεις το πλευρό τής σιωπής.

Αφού ξέρεις αφού ξέρουμε
ας αποφύγουμε τη νέα δοκιμασία.

Κι ο αέρας έχει σώμα και πονάει
έχει μια μυστική καρδιά που τρέμει και ματώνει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:57:23 by wings »

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 617168
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Yannis Ritsos, Little by Little (translated by Scott King)
« Reply #24 on: 16 Feb, 2009, 18:37:52 »
Yannis Ritsos, Little by Little

translator: Scott King

Little by little we learn about the world and about our hearts.
We try out words that have the same weight on everyone's lips:
words like mother
words like bread
words like comrade.

We cook beans and potatoes every day.
We carry water and stones,
we take turns cleaning the latrine
and we worked together on the ascent the handcart and our sweat

Because of this our hands have the same motions:
they search at night for silence and death,
they ball-up into fists in our pockets,
they study the lines of a rifle
the way they used to study the body of a woman,
they curl around the pole of our flag
the way they once curled around our mother's breast.

Because of this our eyes meet the same symbol seeing in the distance the sea
as when we go three or more days without water
and the water carriers still don't arrive
and Patience bites at her hands.

It is then that the same angry ship passes through every eye,
a ship which we all know well
full of containers, with dufflebags and flags.

Later on we don't speak at all.
The eyes understand without words.
Only that feet are kneading the mortar stronger
we will settle the bricks, we will build a wall around the tents,
we will escape the winter, from the rain and from the cold.
They are beautiful, these red-colored bricks
whole armies of bricks—perfectly square, they will dry in the sun
peacefully, serious, judicious—

So we are convinced, that our words must be made the same,
kneaded of the sea and the color red,
kneaded by the hard, angry feet of thirsty comrades,
we will let them dry in the sun and in the wind
for we will build plenty of songs to protect our heart from the rain and from the cold.

We don't speak.
The day before yesterday a comrade ate his knowledge and didn't give evidence,
another comrade cut off his own hand so as not to sign,
and yesterday they took another fourteen comrades away for questioning.

In the evenings we reflect upon the cries of those who have been summoned with severed thoughts,
some words are written out by a severed hand,
some common words like bread at the knees of the starving,
like the curse that bites all night long at the mouth of the wronged,
like the "ah" of mothers that light the small olive oil lamp above the three empty beds of children,
like the bitten bullet in the palm of the Democracy.

Moonlight falls through a hole in the tent as if it were a severed thought.
Still we aren't able to speak.


http://yannisritsos.blogspot.com/
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:58:30 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Ο μικρός αδελφός των γλάρων

XX


Ό,τι αγαπήσαμε έφυγε
ό,τι αγαπήσαμε δεν ήρθε.
Πήραν οι νύχτες το δρόμο του δάσους
με τα μαλλιά τους χτενισμένα στο φεγγάρι.

Θύελλες ξερίζωναν τα δέντρα πάνω στο βουνό
κι άκουγες να κατρακυλάν στη θάλασσα
μαζί με τα σπασμένα αμάξια της μεγάλης αστραπής.

Κάτω απ' τα τραπέζια και τους καναπέδες
κάτω απ' τα κρεβάτια
μεγάλα ζώα κρύβονταν στον ίσκιο.
Ακούγαμε τα ζώα που γύμναζαν
επάνω στη σιωπή τα νύχια τους.
Τώρα το σπίτι μας είναι άδειο
το σπίτι μας άλλαξε.

Όμως η θάλασσα είναι ίδια.
Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 15:59:16 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Η ραψωδία τού γυμνού φωτός

I


Είμαστε εμείς που κλάψαμε πάνω απ' τη θάλασσα
εμείς που μετρήσαμε τη θάλασσα σταγόνα τη σταγόνα
εμείς που χαράξαμε τα χνάρια μας πλάι στη βροχή
για να στεριώσουμε τούτο το γεφύρι στις δυο άκρες τού ορίζοντα.

Όνειρο λέφτερο στην κυριαρχία των ανέμων
όνειρο μοιρασμένο σ' όλες τις φωνές
για να ξανασυνθέσουμε το πρόσωπο της θάλασσας
πίσω απ' το τελευταίο σύνορο.

Τώρα για να περάσεις τούτο το ακρογιάλι
για να κοιμίσεις το πένθος μετρημένο με τα δάχτυλα της βραδιάς
αγρύπνησε τη φλόγα σου πάνω απ' τη δόξα
με τις περιπλανήσεις με τις επιστροφές
πάντα στο ίδιο σημείο ενός έκθαμβου αγγέλου
που κάθε τόσο αθετεί μ' έκταση την πληγή του.

Μέσα στο δάσος ονειρεύονται τ' αγάλματα
και μιλούν τη φωνή μας
και μιλάμε τη φωνή τής αυριανής αγάπης
ανάμεσα στα χρώματα του δειλινού και στα νερά
που δε μπορούν να φυγαδέψουν τη μορφή τους απ' τα χέρα μας.
Μα δε σου φτάνει ο ίσκιος σου στο χώμα.
Το χώμα κι ο ίσκιος σου δεμένα μες στο φως
κι ο ουρανός που επαληθεύει τα μεγάλα βήματα μες στο τραγούδι μας -
στο ίδιο τραγούδι θάνατος και αθανασία.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:00:05 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Σαββατόβραδο στη συνοικία τού φθινοπώρου (απόσπασμα)

Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.

Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναφθαλίνη.

Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ' την ίδια τη φωνή σου
που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.

Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ' το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
κ' ήξερες πως κάθε Κυριακή
στο προαύλιο με τα' άσπρα και μαύρα πλακάκια
οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.

Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.



Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:00:59 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Άνεμοι στα δειλινά προάστια

VIII


Είναι μεγάλος αυτός ο άνεμος
είναι χαρούμενος. Άκουσε πώς σφυρίζει
ανάμεσα στους καπνοδόχους και στις χαραμάδες τής σιωπής σου.

Χρειάζεται μια πιο γερή φωνή να τον αποστομώσει
χρειάζονται χιλιάδες σάλπιγγες μαζί
χιλιάδες στόματα μαζί για να τον πούνε αυτόν τον άνεμο.

Μα τώρα είναι το απόγευμα θολό είναι το σιωπητήριο
πάνου απ' τα ξύλινα στρατιωτικά παραπήγματα
είναι τα άδεια κρεββάτια στη σειρά. Πόσοι λείπουν;

Κανείς δεν ήρθε για το δείπνο.
Θα περιμένουμε λοιπόν εδώ. Θα περιμένουμε.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:01:36 by wings »

and33

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 153
[Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)]

Γιάννης Ρίτσος, Πίσω απ' το τελευταίο σύνορο

VII


Τώρα κρατάμε το χαμόγελο ανάμεσα στα δόντια
έτσι που κρατάμε στα χέρια ένα βιβλίο διαβασμένο.
Άδειος ο κάμπος άδεια και τα σπίτια κι ο αγέρας άδειος.
Πού να σαλέψεις το μαντήλι; Τα βουνά  
είναι πίσω απ' τ' άλλα βουνά. Πίσω από κάθε βράδυ.
είναι μια μετάνοια με το πηγούνι χωμένο στις παλάμες.
Κι ο ήλιος αυτός κει πέρα ρόδινος ακόμη καίγεται
σα μια παλιά ερωτική επιστολή στο τζάκι τού χειμώνα.
Ξέρεις η νύχτα που θα 'ρθεί θάχει τον ίδιο θόρυβο
μ' ένα μεγάλο δέντρο που πέφτει στην αυλή.
Κι ύστερα τίποτα. Κοιμήσου εσύ. Για μάς ο ύπνος έχει αργήσει
κι η λέξη που δεν ξέρει να ειπωθεί χτυπάει τις ώρες μας
σα μια χρυσόμυγα κλεισμένη σ' ένα κουτί χαρτονένιο
κάτου από το προσκέφαλο ενός άρρωστου παιδιού.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)
« Last Edit: 21 Jul, 2009, 16:02:25 by wings »