buck -> δολάριο, αρσενικό ορισμένων ζώων, ερυθρόδερμος, νέγρος, μπεμπέκα, κομψευόμενος, δανδής, πηδώ, εκτινάσσομαι, περιαυτολογώ, υπερβάλλω, καυχιέμαι, σκιρτώ, αντιστέκομαι

 

Search Tools