spread -> εξάπλωση, διάδοση, διασπορά, απόσταση, διάστημα, ακτίνα, φάσμα, γκάμα, ανάπτυγμα, επάλειμμα, στρώση, επάλειψη, κάλυψη, έκταση, επέκταση, άπλωμα, εκπέτασμα, άνοιγμα, διάδοση, διασπορά, φάσμα, συμπόσιο, τσιμπούσι, εύγευστη πάστα, περιθώριο επιτοκίου, επιτοκιακό περιθώριο, σπρεντ, πολύστηλο, άνοιγμα, σαλόνι, μεταδίδω, διαδίδω, απλώνω, απλώνομαι, διασκορπίζομαι, ξεδιπλώνω, επαλείφω, επιστρώνω, απλώνω, επεκτείνω, καλύπτω, επεκτείνομαι, εκδιπλώνω, διανοίγω, εκδιπλώνομαι, διασπείρω, διαδίδομαι

spiros · 9 · 2465

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815781
    • Gender:Male
  • point d’amour
spread -> ανάπτυγμα, εκπέτασμα, εξάπλωση, διάδοση, διασπορά, απόσταση, διάστημα, ακτίνα, ποικιλία, φάσμα, γκάμα, επάλειμμα, στρώση, περιθώριο επιτοκίου (οικονομία), σπρεντ (οικονομία), πολύστηλο (τυπογραφία), «άνοιγμα» (τυπογραφία), «σαλόνι» (τυπογραφία), μεταδίδω, διαδίδω, απλώνω, απλώνομαι, διασκορπίζομαι, ξεδιπλώνω, επαλείφω, κατανέμω

spread -> «άνοιγμα», «σαλόνι», (δισέλιδο / πολυσέλιδο) άρθρο / αφιέρωμα (item in a newspaper or magazine that occupies more than one column or page)

spread -> (δισέλιδο / πολυσέλιδο) άρθρο / αφιέρωμα;
▸ noun:  two facing pages of a book or other publication
Definitions of spread - OneLook Dictionary Search

item in a newspaper or magazine that occupies more than one column or page
spread - Wiktionary

two facing pages of a newspaper, magazine, etc., treated as a single continuous sheet, as in advertising
Spread | Easy to understand definition of spread by Your Dictionary

« Last Edit: 24 Oct, 2013, 14:59:15 by spiros »










spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815781
    • Gender:Male
  • point d’amour
spread
[sprEd]
ουσ. ανάπτυγμα, εκπέτασμα: spread of wings ανάπτυγμα πτερύγων # εξάπλωση, διάδοση: spread of an epidemic εξάπλωση επιδημίας # απόσταση σε χώρο ή χρόνο, "διάστημα", "ακτίνα": spread of ten kilometres ακτίνα δέκα χιλιομέτρων § in a spread of five years σε διάστημα πέντε ετών # ποικιλία, "φάσμα", "γκάμα": wide spread of subjects ευρύ φάσμα θεμάτων # πλούσια παρατιθέμενα εδέσματα: there was an astounding spread on the table στο τραπέζι υπήρχε μια εκπληκτική ποικιλία εδεσμάτων # τροφή σε πολτώδη κατάσταση αλειμμένη (σε ψωμί κτλ.) επάλειμμα, "στρώση": cheese spread καναπεδάκι τυριού # στοιχειοθετημένο κείμενο που υπερβαίνει τη μία στήλη, κν. "πολύστηλο": double-page spread δισέλιδο κείμενο, κν. "σαλόνι" # κάλυμμα: bedspread κάλυμμα κρεβατιού # ΦΡ. spread-eagle ιδ. (υπερ)εθνικιστικός, υπερπατριωτικός § middle-aged spread ιδ. γεροντόπαχα § spread vowel (στη γλωσσολογία:) μη στρογγυλό (φωνήεν)

http://lexicon.pathfinder.gr/pagelet.php?lookup=spread&go=Go



 

Search Tools