knock the living lights out of someone -> αλλάζω τα φώτα, αλλάζω τα πετρέλαια, κάνω με τα κρεμμυδάκια, κάνω τόπι στο ξύλο, πλακώνω στο ξύλο, σπάω τα μούτρα, δίνω σε κάποιον να καταλάβει, τσακίζω, πλακώνω στις φάπες, ρίχνω ξύλο, κοπανάω, τις ρίχνω, αλλάζω τα λάδια, στέλνω αδιάβαστο, αλλάζω τον αδόξαστο

chrysalida

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 436
    • Gender:Female
knock the (living) lights out of someone -> αλλάζω τα φώτα, αλλάζω τα πετρέλαια, κάνω τόπι στο ξύλο, πλακώνω στο ξύλο, σπάω τα μούτρα, δίνω σε κάποιον να καταλάβει, τσακίζω, πλακώνω στις φάπες, ρίχνω ξύλο, κοπανάω, τις ρίχνω, αλλάζω τα λάδια, στέλνω αδιάβαστο, αλλάζω τον αδόξαστο

Fig. Inf. to beat someone severely
knock the daylights out of - Idioms - by the Free Dictionary, Thesaurus and Encyclopedia.
« Last Edit: 08 Mar, 2016, 09:57:01 by spiros »


 

Search Tools