Author Topic: Η ποίηση ως αγριεμένη αγάπη (του Θανάση Τριαρίδη για τη Μαρία Καραγιάννη)  (Read 3496 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66556
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μεταφέρω εδώ ένα κείμενο του Θανάση Τριαρίδη για την ποίηση της Μαρίας Καραγιάννη:

Θανάσης Τριαρίδης

Η ποίηση ως αγριεμένη αγάπη

Ένα σημείωμα για την Μαρία Καραγιάννη

            Στην αρχή της εφηβείας μου, τότε που είχα αρχίσει να χάνομαι και να χαζεύω διαβάζοντας ποιήματα, η μάνα μου μου πρωτομίλησε για μιαν αγαπημένη της παιδική φίλη με πανέμορφα μάτια που έγραφε ποιήματα και ζωγράφιζε. Την έλεγε Μαριέτα (το όνομα ήταν ένα τραγούδι μοναχό του) και θυμότανε πως όταν στο σχολείο φτιάχνανε τα σκηνικά για τις θεατρικές παραστάσεις, οι άλλες κοπέλες ζωγράφιζαν τον φόντο και τα πρόσωπα των ανθρώπων ή των αγγέλων τα άφηναν αδειανά για να τα ζωγραφίσει η Μαριέτα - τόσο καλό χέρι είχε. Αυτό μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση: παιδί ήμουνα, μεγάλη φαντασία είχα, μοιραία ένα βράδυ την ονειρεύτηκα: ονειρεύτηκα μια φανταστική Μαριέτα να ζωγραφίζει τα ίδια της τα πανέμορφα μάτια στο αδειανό πρόσωπο ενός αγγέλου.

            Φυσικά διάβασα ποιήματα της Μαριέτας Καραγιάννη πολύ μικρός - στο σπίτι υπήρχαν τα δυο πρώτα ποιητικά της βιβλία με τις αφιερώσεις της παλιάς φιλίας. Έπιανα τα βιβλία με δέος κι έλεγα μεγαλόφωνα, αυτή είναι φίλη της μαμάς μου και γράφει ποιήματα. Όταν στα δεκαεννιά μου συναντήθηκα με τη Μαριέτα ήξερα σχεδόν απέξω κάμποσα από τα ποιήματά της’ στα είκοσί μου, το 1990, δημοσίευσα στο δεύτερο τεύχος των Ποταμοπλοίων (που εκδίδαμε ο Γιάννης Κοτσιφός και εγώ)  ένα κριτικό πρωτόλειο για την ποίησή της - ήταν το πρώτο κριτικό κείμενό που δημοσίευα. Το είχα υπογράψει, θυμάμαι, με το ψευδώνυμο Αντώνης Κομισίδης - η αλήθεια είναι πως πάνω από τα δικά μου είχε προσθέσει και μερικά δικά του ο Θανάσης Γεωργιάδης που τον καιρό εκείνο ήταν ο (σχεδόν) αόρατος τρίτος των Ποταμοπλοίων.

            Σήμερα, δεκατρία χρόνια αργότερα από εκείνο το πρωτόλειο, προσπαθώ να ξαναδώ την ποίηση της Μαριέτας Καραγιάννη, ή προσπαθώ να ξαναδώ τον εαυτό μου μέσα από την ποίηση της Καραγιάννη - ειλικρινά δεν ξέρω γιατί διαβάζουμε ποίηση. Στα 139 ποιήματα των τριών συλλογών της που είχαν κυκλοφορήσει μέχρι το 1990 έχουν προστεθεί μόλις 8 ακόμη, δημοσιευμένα στο 58ο τεύχος του περιοδικού Εντευκτήριο. Σύνολο 147 ποιήματα, τα οποία (σύμφωνα με τα όσα σημειώνονται από την ίδια) είναι γραμμένα από το 1956 μέχρι το 2002, δηλαδή μέσα σε σαράντα έξι χρόνια. Αναμφίβολα ποιήματα που μας δίνονται με εξαιρετική φειδώ - σχεδόν τρία, κατά κανόνα ολιγόστιχα, κάθε χρονιά.

            Προσπάθησα αρκετές φορές να εντάξω την ποίηση της Καραγιάννη στο παλίμψηστο της νεοελληνικής ποίησης μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έτσι όπως έχει συγκροτηθεί μέσα μου - δεν νομίζω πως τα κατάφερα. Αν ακολουθήσουμε τη λογική των «γενεών» -στην οποία δεν πολυπιστεύω- η Καραγιάννη ηλικιακά ανήκει στην δεύτερη μεταπολεμική γενιά, παρόλο που άργησε να δημοσιεύσει ποιήματά της. Στο μυαλό μου υπάρχει ένα επίμονο όσο και προφανές νήμα που την συνδέει με την εμπύρετη ποίηση του Σαχτούρη: ακρωτηριασμένες εικόνες, ακρωτηριασμένοι στίχοι, αναγγελία ενός ακρωτηριασμένου κόσμου που βρίσκεται πριν από τη βούληση και πριν από τη διαλεκτική. Ωστόσο, το δεύτερο νήμα, πολύ διακριτικότερο μα εξίσου επίμονο με πηγαίνει στον Σινόπουλο. Δεν μιλώ για τον ρυθμό, μήτε για την αναπνοή’ μιλώ για το ψηλαφητό του θανάτου έτσι όπως το επιχειρεί ο ποιητής του Νεκρόδειπνου - κάπου στο βάθος ακούει κανείς και κάτι από τον ύστερο Σεφέρη, ιδίως τα Τρία Κρυφά Ποιήματα.

Υπάρχει κι ένα τρίτο νήμα, το οποία δεν αναφέρεται τόσο στην ποιητική πράξη, όσο σε ό,τι ονομάζουμε ποιητική ηθική και αφορά αρκετούς από τους ομηλίκους της Καραγιάννη: είναι οι άνθρωποι που ζύμωσαν σκέψεις και ανησυχίες πολύ κοντά στον Μανόλη και τη Νόρα Αναγνωστάκη την δεκαετία του 60 και υιοθέτησαν μία πολύ συγκεκριμένη λογική ζωής και δημιουργίας μακριά από την αγορά και τα μπαλκόνια - μακριά από το κυρίαρχο μέγα πλήθος. Είναι η ίδια παρέα της Θεσσαλονίκης που χρόνια αργότερα συσπειρώθηκε στην έκδοση του τόμου Ιδίοις Αναλώμασιν (το 1985) και λίγο αργότερα (από το 1989 μέχρι το 1992) στις Εκδόσεις των Χειρογράφων, προφανώς ομογάλακτοι και εν πολλοίς ομοϊδεάτες της αθηναϊκής ομάδας που εκδίδει τις Σημειώσεις. Οι δημιουργίες ετούτων των ανθρώπων δεν προαναγγέλονται, δεν διαφημίζονται και εν τέλει δεν πωλούνται: ο Πάνος Σωτηρίου, συνοδοιπόρος της Καραγιάννη, συνοψίζει τη λογική και την ανάγκη αυτής της στάσης σε ένα καίριο ποίημά του, από την συλλογή Ωσάν ποιήματα του 1989:

PRO DOMO MEA

Σαν μικρό παιδί
υπερασπίζω το σπίτι μου
με αόρατους κύκλους
παραμυθιών, ιστοριών και ονείρων
Κι αντιστέκομαι έτσι, και αντιστέκομαι
ώσπου την τρίτη ημέρα ορμώ από την πύλη φωνάζοντας
Nunc tremite omnes, Spartaki filius adest
Και κερδίζω τη μάχη ολοένα και πιο πολύ λαβωμένος


            Κάπως έτσι, μακριά από τη βουή του πλήθους, πορεύτηκε στην ποίηση και η Καραγιάννη, κερδίζοντας τις μάχες της ολοένα και πιο λαβωμένη. Κάθε της ποίημα είναι σαν ένα παιδί που βγαίνει από τη μήτρα γεμάτο αίματα’ κάθε της ποίημα είναι κι ένας σπασμός, προγραμματικά εκτός κάθε ορθολογικής διαχείρισης του Λόγου. Η Καραγιάννη δεν κατασκευάζει το ποιητικό σώμα, δεν το οικοδομεί πάνω σε μιαν ιδέα, δεν το συναρμολογεί, δεν το αναπτύσσει: το γεννάει ολόκληρο όσο και τραυματισμένο, το βιώνει ως ωδίνη, ως μέρος και συνέχεια της ζωής της. Τούτο το βίωμα της εγκυμοσύνης του παράλογου Λόγου διατρέχει εξ αρχής την ποίησή της ερανίζω ανάκατους στίχους από την Μυστική Δίοδο: να φοβάσαι τον Λόγο που στιλπνός και πρησμένος περιμένει στα βρύα - θυμώνουν τα ποιήματα, ταράζονται πολύ όταν επιμένεις στον πρόωρο τοκετό τους - να μην ακουστεί βιασμένος ο Λόγος - μες στο αίμα μου κυκλοφορούν θραύσματα γυάλινα, γίνονται λέξεις, στριμώχνονται να βγουν, να πουν. Μέσα στις λέξεις της Καραγιάννη περιέχεται η ανάγκη να αναμετρηθούμε εκ νέου με αυτόν τον στιλπνό και πρησμένο Λόγο - ανατρέχω στις Καινούριες λέξεις γραμμένες το 1971:

ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Και για να ’ρθει η σιωπή
πρέπει πρώτα να μάθουμε
το μυστικό της ταφής.
Στους πυθμένες των πηγαδιών
με κομμένα σκοινιά
βαριά σκεπασμένα τα στόμια
να βυθίζουμε τις κραυγές.
Ν’ αναπαυτούν στον πνιγμό τους.
Τότε μονάχα θα ’ρθουν
οι καινούριες λέξεις
που αθόρυβα θα αφηγούνται
σαν τα σβησμένα πρόσωπα
βυζαντινού εικονίσματος.


            Στο πρωτόλειο κείμενο του 1990 μιλούσα, με αρκετό στόμφο και ρητορεία είναι η αλήθεια, για δυο άξονες της ποίησης της Καραγιάννη: για το ψηλαφητό του θανάτου και για την λαχτάρα της επιστροφής. Παραδόξως πιστεύω ακόμη σε αυτούς τους δύο άξονες - απλώς σήμερα θα πρόσθετα και έναν τρίτο: αυτόν που ονομάζω αγριεμένη αγάπη. Το σχήμα είναι περίπου το ακόλουθο: ο θάνατος ως ένστικτο, η επιστροφή ως ανάγκη - σε αυτά τα δύο η αγριεμένη αγάπη συστρέφεται ως ερωτική πράξη κι ως ασυνείδητη προσευχή.

            Ξέρω πως αυτό ακούγεται κάπως θολό - θα προσπαθήσω να σας το πω με ένα παράδειγμα: στην Κάτω Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης κάπου στα 1320 ο Τζιότο μετά τις δόξες του στην Άνω Βασιλική και το Σκροβένι της Πάδοβας κλήθηκε να ζωγραφίσει έναν κύκλο από την ζωή της Μαγδαληνής. Ανάμεσα στις άλλες υπάρχει και η ζωγραφιά όπου (ενδεχομένως μετά τη γνωστή παρανάγνωση του Λουκά) η Μαρία πλένει με τα μαλλιά της τα πόδια του Ιησού. Ο σπασμός στο πρόσωπο της Μαγδαληνής σε αυτήν την εικόνα δεν είναι μόνο σπασμός πίστης μα εντέλει σπασμός μια αλλόκοτης ηδονής: ετούτος ο σπασμός είναι αυτό που λογαριάζω ως αγριεμένη αγάπη.

            Φυσικά και δεν κάνω συγκρίσεις, απλώς προσπαθώ να περιγράψω μιαν αίσθηση. Δεν σας μιλώ για μα μεγάλη αντικειμενική αλήθεια που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, σας μιλώ για την αντίδρασή μου - θέλω να πω τι νιώθω όταν διαβάζω Για δες τι βράχια γύρω σου / οι πέτρες που 'ριχνες στα περιστέρια / όταν σ' ερέθιζαν ή Θα φράξω σταυρωτά τα παράθυρα / ούτε μια σταγόνα ήλιου / θα κόψω τα δέντρα / του πυκνού μου δάσους / μήτε μια κηλίδα ίσκιου / και θ' αφανίσω τον όρμο. / Έτσι / με σκοτωμένη την υπόσχεση / μπορεί να μην επιστρέψει / ποτέ το καράβι.

Δεν είναι απόψε η ώρα για να ξαναδούμε τις ζωγραφιές της Μαριέτας Καραγιάννη: πάντως τις περισσότερες από αυτές, προτού τις επιχειρήσει τις έκλεισε μέσα στα ποιήματά της: η Καραγιάννη ευαγγελίζεται έναν κόσμο γεμάτο με εικόνες-πληγές, εικόνες τρόμου, θανάτου και ματωμένης λαχτάρας: θα έρθουνε να κατοικήσουν / το σπίτι μου / καμένα φεγγάρια / και στον κήπο μου / αόμματοι ήλιοι / θα κοιμούνται / σε κλειδωμένες παλάμες. Είναι ένας κόσμος με μιαν παράξενη δικαιοσύνη: σίδερα, καρφιά, πουλιά, φωτιές, λουλούδια, τάφοι, φεγγάρια, αίματα, φτερά και ράμφη, κι ακόμη άγγελοι με σουραύλια, ψωμί με δέρμα πέτρινο,  κομματιασμένοι ήλιοι που καίνε την ζωή μας και με εκατό λεπίδια ετοιμάζουν την επιστροφή. Να τι εννοώ, λοιπόν, όταν μιλάω για αγριεμένη αγάπη - έναν μεγάλο θερισμένο κήπο.

Ο ΘΕΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΗΠΟΣ

Μάτια σαν λέπια στον φλοιό της γης
φυτρώνει ο θρήνος στο θερισμένο της κήπο
στο λίμνη τα απλωμένα σώματα
στην όχθη τα διπλωμένα σώματα
συγκομιδή που ακουμπάει νεκρή
στο χώμα του χωραφιού της
φορτίο που περιμένει
στοιβαγμένο στους προβλήτες
στο αμπάρι της γης θα κοιμηθεί αναπαυμένο
με τα σμήνη των συντριμμένων πουλιών
και τα κοπάδια των πνιγμένων ζώων
σε άνιση ταφή
Να σημαδεύει σαν πληγή τον ύπνο του ουρανού.


            Τι μπορεί, λοιπόν, να γυρέψουν τα ποιήματα από τον ουρανό - εννοώ ετούτα τα ποιήματα; Κωφάλαλοι αρχάγγελοι, άγγελοι και δαίμονες που δραπετεύουν σε μνησίκακο ύπνο, νεκροί επισκέπτες με ασημένια δέντρα, κρόσσια από φωνές δαιμόνων, ένας άγγελος που υπαγορεύει τους κρυψώνες των φεγγαριών, ένα γυμνό κορμί με τρομαγμένα εντόσθια: να η λαχτάρα της Καραγιάννη για τον Θεό, όχι τον Θεό της σωτηρίας μα τον Θεό της οδύνης. Έναν Θεό που ωστόσο ανθίζει τους θερισμένους κήπους, υποδέχεται τον θάνατό μας, γεμίζει τις ματιές μας - έναν Θεό που ερεθίζει την αγάπη, την κοκκινίζει, την κάνει επικίνδυνη, την αγριεύει.

            Δεν ξέρω τι είναι η ποίηση - αν το ήξερα θα δίδασκα θεολογία. Σκέφτομαι όμως πως σε έναν κόσμο όπου η πείνα προαποφασίζεται και οι αστραπές προαναγγέλονται η ποίηση πιθανώς να υπερασπίζεται το κουκούτσι της ανθρωπιάς μας. Σίγουρα τα ποιήματα της Μαριέτας Καραγιάννη δεν είναι εύκολα στην ανάγνωσή τους, μήτε και μπορούν να διαβαστούν σε στάδια - δεν σας κρύβω πως φοβάμαι αυτούς που διαβάζουν ποιήματα σε στάδια. Αυτό που μας έχει δώσει η Καραγιάννη είναι κάτι σαν ακατάληπτη προσευχή - κάτι σαν την προσευχή της ηρωίδας του Λαρς Φον Τρίερς στο Δαμάζοντας τα Κύματα: προσευχή για επικίνδυνη πεθυμιά και για γαλήνιο θάνατο, προσευχή για περιστέρια που σε ερέθιζαν και τους έριχνες βράχια, προσευχή για τους νεκρούς με τ’ ασημένια δέντρα. Στο νου μου γυρίζει ο στίχος του Έλιοτ: κάθε ποίημα κι ένας επιτάφιος. Αυτό μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα: κάθε επιτάφιος και ένα ποίημα, άρα κάθε θάνατος κι ένας σπασμός αγάπης.

            Υπάρχουν ωστόσο οχτώ ή δέκα ή δώδεκα ποιήματα της Καραγιάννη που αυτό που ονομάζω αγριεμένη αγάπη παρααγριεύει: αυτά τα οχτώ ή δέκα ή δώδεκα ποιήματα για μένανε πηγαίνουν πέρα από τον θάνατο, εννοώ μετά από τον θάνατο - θαρρώ πως ο Ελύτης έγραψε για την πρώτη καθημερινή σελίδα του μεταθανάτου. Σε τούτον τον μεταθάνατο βαδίζει όποιος το ζητήσει - με τον ίδιο τρόπο που όποιος ζητήσει νυχτερινές αστραπές πάνω από το Τολέδο, θα τις βρει. Σας διαβάζω την Πληγή (στο νου μου κρατάω αυτό το ποίημα μαζί με την Φωτογραφία της Δημουλά,). Να, λοιπόν, που η αυτοκαταστροφή νικάει τον θάνατο:

Η ΠΛΗΓΗ

Να σε φροντίσω πρέπει σαν πληγή
Μη μεγαλώσεις κι απλωθείς
σε όλο το σώμα
στα μάτια στις κλειδώσεις
ή στων αυτιών μου τον λαβύρινθο
μην εισχωρήσεις στο κρανίο
κυρίως εκεί, που πια
δεν θα σε ελέγχω.

Λοιπόν, για δες
δεν έχει απόβλητα σήμερα η θάλασσα
η λεμονιά κρατάει τα φύλλα της γερά
και η Ραχήλ κοιμάται ήσυχα με το Tavor
Και ο καιρός. Το φθινόπωρο μπήκε ήμερο
Δροσερό καλοκαίρι. Δροσερό καλοκαίρι.
Έτσι. Θα ησυχάζουμε, θα δεις
θα ησυχάζουμε. Μεθοδικά
θα ησυχάζουμε


Θα κλείσω με ένα ακόμη ποίημα από αυτά τα οχτώ, δέκα ή δώδεκα που σας έλεγα πριν. Λέγεται Αγρυπνία κι είναι επίσης από την Μυστική Δίοδο:

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Μες στη σινδόνα
σε σπηλιά
κρατώ το σώμα σου.
Να μην ταράξουν οι αγριόχοιροι
τον ύπνο σου
να μη σκιαχτούν
που σε φυλάγω ανύσταγη
και σε περάσουν για νεκρό.


Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το ποίημα, το 1989, το προσέλαβα ως μεταφορά. Αρκετά χρόνια αργότερα το ξαναδιάβαζα’ έξαφνα ένιωσα πως κυριολεκτεί: πράγματι μια ανύσταγη μπορεί να περπατήσει μετά τον θάνατο, οπότε-. Και σήμερα πια μπορώ να το πω: χρωστάω μεγάλη χάρη στη Μαριέτα Καραγιάννη που έμεινε ανύσταγη και φύλαξε ετούτα τα ποιήματα, και για μένα και για όλους μας.

(Δημοσειύτηκε στο περιοδικό Ευντευκτήριο, τεύχος 64, Μάρτιος 2004. Γραπτή μορφή ομιλίας που έγινε στις 27 Μαρτίου του 2003 στην Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο εκδήλωσης -με συντονίστρια τη Γιώτα Κραβαρίτου- για την ποίηση της Μαρίας Καραγιάννη.)


Πηγή: http://www.triaridis.gr/keimena/keimA012.htm
« Last Edit: 15 Jul, 2010, 15:12:22 by wings »