Ετυμολογία της λέξης "όνομα"

sophistes

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 183
Παραθέτω μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση από τα Μαρκιανά Σχόλια (η οποία ίσως και να προέρχεται από την δεύτερη, παλαιότερη πηγή, παρακάτω), σύμφωνα με τα οποία το "όνομα" ετυμολογείται από το ρ. "νέμω" (θέμα νομ-, νομή = μοίρασμα, διαμέριση), επειδή "διαμοιράζει" την προσηγορία σε κάθε άτομο. Η παρατήρηση ότι το ο μικρόν δεν ανήκει στην λέξη, αλλά ότι είναι κάποια προσθήκη επιβεβαιώνεται και από τις μαρτυρίες των ευρωπαϊκών συγγενειών. Από το ίδιο θέμα, λοιπόν, (χωρίς το ο μικρόν) και το λατινικό nomen, -inis, όπως και τα ευρωπαϊκά name, navn, nom, nimi, Name, nombre, ...

προτερευέτω τοίνυν τὸ ὄνομα τοῦ ῥήματος, ὅσον καὶ ἡ οὐσία προτερεύει τοῦ πράγματος. ᾿Ετυμολογεῖται δὲ αὐτὸ οὕτως· νέμω ἐστὶ τὸ διαμερίζω, ἀπὸ δὲ τούτου ῥηματικὸν ὄνομα νόμα, καὶ προσθέσει τοῦ ο ὄνομα, ὡς κρυόεις ὀκρυόεις, σταφίς ὀσταφίς, τὸ νέμον οἱονεὶ καὶ διαμερίζον ἑκάστῳ τὴν ἰδίαν προσηγορίαν· ἐν γὰρ τῷ ἄνθρωπος ὀνόματι διαχωριζόμεθα μὲν τῶν ἄλλων, κοινωνοῦμεν δὲ ἑαυτοῖς πάντες [...] (358,21)


Όσο για το "όνυμα" που παρατίθεται σε αρκετά λεξικά ως ετυμολόγηση, σύμφωνα με τον Ηρωδιανό (Περί παθών, 3,2, 364) είναι αιολικός τύπος της ίδιας λέξης και για κάποιον λόγο έχει επικρατήσει η ονοματοποιία εξ αυτού. Εξηγεί δε ότι από τα δύο ο μικρά ενός ουδετέρου ονόματος σε -μα, το δεύτερο τρέπεται σε υ ψιλόν (δεν εμφανίζονται δηλ. δύο ο μικρά σε αλλεπάλληλες συλλαβές).

οὐδὲν εἰς μα οὐδέτερον ἔχει δύο ο· ἀναλόγως οὖν οἱ Αἰολεῖς ὄνυμα λέγουσιν ὁμοίως τῷ ἔλυμα, ἔρυμα· ἐν τῇ συνθέσει δὲ τρέπει τὸ πρῶτον ο εἰς ω καὶ τὸ δεύτερον ο εἰς υ ὁμώνυμον· γίνεται δὲ παρὰ τὸ νέμω ῥηματικὸν ὄνομα νόμα τὸ ἐπιμεριζόμενον ἑκάστῳ καὶ νέμον τὴν σημασίαν, προσόδῳ τοῦ ο ὄνομα.

[Σημ. Η μαρτυρία σχηματισμού του "ομώνυμον" αποτελεί έμμεση αναφορά "μαθηματικής" μετατροπής του γνωστού φαινομένου της εκτάσεως εν συνθέσει ως μέρος των αιολικών τρόπων. Ενδιαφέρον μεν, αλλά χρήζει περισσότερης μελέτης].


Μήπως γνωρίζει κάποιος περισσότερα για το φαινόμενο της προσθήκης του ο- σε κάποιες λέξεις, όπως στα παραδείγματα της πρώτης πηγής; Έχει ευφωνική λειτουργία ή πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί;
« Last Edit: 04 Jul, 2013, 22:34:58 by sophistes »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812575
    • Gender:Male
  • point d’amour
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὄνομα εντάσσεται στη μεγάλη σειρά τών ουδ. σε -μα (< *-mn, γεν. -mntos, πρβλ. θαύμα) με συγγενέστερο τύπο °στην ΙΕ το αρμ. anun. Η λ. συνδέεται και με τα: λατ. nomen, αρχ. ινδ. nāma, αβεστ. nāma, γοτθ. namo, χεττιτ. lāman (με ανομοίωση τού -η- σε -l-), αλβ. emer, emen και αρχ. πρωσ. emmens (πρβλ. λακων. τ. ἔνυμα στο ανθρωπωνύμιο Ἐνυμακρατίδας). Από τη μελέτη τών προηγούμενων τ. οδηγούμαστε σε τρεις διαφορετικές μορφές τής ίδιας ρίζας, τής οποίας τόσο η αρχική μορφή όσο και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε στις διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες είναι δύσκολο να εξακριβωθούν: 1) *en(o)mn- (πρβλ. αλβ. emen, λακων. ἔνυμα)· 2) *(o)nomn- (πρβλ. ὄνομα, αρμ. anun)· 3) *nōmn- (πρβλ. λατ. nōmen, αρχ. ινδ. nāma). Ως αρχική μορφή τής ρίζας έχει προταθεί ο τ. *-sen- με λαρυγγικό φθόγγο και επίθημα σε -m-. Από τη ρίζα αυτή με παρέκταση *-men σχηματίστηκε η μορφή *ә1on-m-en, που έδωσε αρχ. τύπο *ὄνμα και ὄνομα / ὄνυμα, με ανάπτυξη φωνήεντος. Τής ίδιας ρίζας μορφή *әnom-en έδωσε τα λατ. nomen, αρχ. ινδ. nāma κλπ. Σύμφωνα με άλλη πρόταση, ως αρχική ρίζα θα πρέπει να θεωρηθεί η *nōmn- / *nmen, χωρίς λαρυγγικό φθόγγο, οπότε το αρκτ. φωνήεν (ο-) τής Ελληνικής και Αρμενικής αποτελούν προθεματικό φωνήεν, πολύ συχνό στις γλώσσες αυτές. Περαιτέρω προβλήματα παρουσιάζει και η εναλλαγή τών φωνηέντων -ο- και -υ- στους τ. ὄνομα τής ιων-αττ. και ὄνυμα τής αιολ. διαλέκτου (πρβλ. σύνθ. σε -ώνυμος), αντίστοιχα. Κατά μία άποψη, ο αιολ. τ. ὄνυμα πρέπει να ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τής ρίζας που αντιπροσωπεύεται με φωνήεν -υ-, πιθ. λόγω τής επίδρασης κάποιου ηχηρού λαρυγγικού φθόγγου (πρβλ. νύξ, ὄνυξ), ενώ κατ' άλλους ο τ. έχει προέλθει από τον τ. ὄνομα με ανομοιωτική τροπή τού δεύτερου -ο- σε -υ-. Η λ. ὄνομα εμφανίζεται ως β' συνθετικό σε μεγάλο αριθμό σύνθ. με τις μορφές -ώνυμος (πρβλ. ομ-ώνυμος), -ωνύμιο(ν) (πρβλ. επ-ωνύμιο[ν], τοπ-ωνύμι[ο]) και -ώνυμο (πρβλ. ψευδ-ώνυμο) με έκταση «εν συνθέσει».

ΠΑΡ. ονομάζω, ονοματίζω, ονοματικός, ονοματώδης· (αρχ.) ονομαίνω, ονομάτιον.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) ονοματοθέτης, ονοματολόγος· (αρχ.) ονομακλήτωρ, ονομάκλυτος, ονοματογραφία, ονοματοθήρας, ονοματομάχος, ονοματοποιός, ονοματουργός· (μσν.) ονοματογράφος· (νεοελλ.) ονοματεπώνυμο, ονοματοκρατία, ονοματολάτρες, ονοματολογία, ονοματομανία, ονοματοπαίγνιο. (Β' συνθετικό -ώνυμος) ανώνυμος, διώνυμος, επώνυμος, ετερώνυμος, ευώνυμος, ιδιώνυμος, ιερώνυμος, κακώνυμος, μεγαλώνυμος, ομώνυμος, παρώνυμος, περιώνυμος, πολυώνυμος, συνώνυμος, ταυτώνυμος, τριώνυμος, φερώνυμος, χριστεπώνυμος, χριστώνυμος, ψευδώνυμος· (αρχ.) αιτιώνυμος, αντιπαρώνυμος, αρτιώνυμος, αυτεπώνυμος, γαλεώνυμος, δεξιώνυμος, δισώνυμος, δυσώνυμος, εναντιώνυμος, ερατώνυμος, θηριώνυμος, ισώνυμος, καλλιώνυμος, καλώνυμος, κυθνώνυμος, κυθώνυμος, μειώνυμος, μετώνυμος, μικρώνυμος, μυριώνυμος, νώνυμος, ορθώνυμος, ουλαμώνυμος, παντώνυμος, πατρώνυμος, πεντώνυμος, περισσώνυμος, πηρώνυμος, προσώνυμος, προώνυμος, πτερώνυμος, σακκώνυμος, σκολοπώνυμος, συνομώνυμος, τετραώνυμος, υπερώνυμος, φυτώνυμος, χαριτώνυμος, χρυσεπώνυμος· (νεοελλ.) αγιώνυμος, ανεπώνυμος, δυσώνυμος, μονώνυμος, ποικιλώνυμος, συνεπώνυμος. (Β' συνθετικό -ώνυμο) (νεοελλ.) διώνυμο, επώνυμο, ετερώνυμο, ιδιώνυμο, κυριώνυμο, μητρώνυμο, μονώνυμο, οδώνυμο, ομώνυμο, ονοματεπώνυμο, παρεπώνυμο, παρώνυμο, πατρώνυμο, πολυώνυμο, συνώνυμο, τριώνυμο, ψευδώνυμο. (Β' συνθετικό σε -ωνύμιο[ν]) επωνυμιών)· (αρχ.) ανδρωνύμιον, προωνύμιον· (νεοελλ.) οδωνύμιο, παρωνύμιο, προσωνύμιο, τοπωνύμιο].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

« Last Edit: 23 Jul, 2013, 20:12:21 by spiros »



 

Search Tools