face -> πρόσωπο, μούτρο, φάτσα, μούρη, φατσούλα, μουτράκι, όψη, ύφος, έκφραση, μορφασμός, γκριμάτσα, τόλμη, θρασύτητα, αναίδεια, θράσος, εμφάνιση, φυσιογνωμία, πρόσοψη, επιφάνεια, πλάκα, δίσκος, κύρος, υπόληψη, γόητρο, κύρος, μέτωπο εξόρυξης, μέτωπο, οφθαλμός, έγγλυφο τμήμα τυπογραφικού στοιχείου, μέγεθος τυπογραφικού στοιχείου, είδος τυπογραφικού στοιχείου, οικογένεια γραμματοσειράς, στρέφομαι προς, αντικρύζω, αντικρίζω, ατενίζω, βλέπω προς, αντιμετωπίζω, αψηφώ, επικαλύπτω, επιρράπτω φάσα, επενδύω, ρελιάζω, επεξεργάζομαι επιφάνεια, λειαίνω

Apparatus

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1621
    • Gender:Male
  • Ως ουδέν γλυκίων ης πατρίδος ουδέ τοκείων γίγνεται




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816023
    • Gender:Male
  • point d’amour
Καλό είναι όταν βάζουμε έναν τόσο γενικό όρο, να μπαίνουν και οι υπόλοιπες σημασίες.

πρόσωπο, μούτρο, έκφραση, μορφασμός, γκριμάτσα, τόλμη, θρασύτητα, όψη, εμφάνιση, φυσιογνωμία, πρόσοψη, επιφάνεια, πλάκα, δίσκος, κύρος, γόητρο, μέτωπο εξόρυξης, μέτωπο, οφθαλμός, έγγλυφο τμήμα τυπογραφικού στοιχείου, μέγεθος τυπογραφικού στοιχείου, είδος τυπογραφικού στοιχείου, στρέφομαι προς, αντικρύζω, αντικρίζω, βλέπω προς, αντιμετωπίζω, αψηφώ, επικαλύπτω, επιρράπτω φάσα, ρελιάζω, επεξεργάζομαι επιφάνεια, λειαίνω




 

Search Tools