stick in one's throat -> κάθομαι στον λαιμό κάποιου, κάθομαι στο λαιμό κάποιου, μου κάθεται στον λαιμό, μου κάθεται στο λαιμό, έχω έναν κόμπο στον λαιμό, έχω κόμπο στον λαιμό, δυσκολεύομαι να το δεχθώ, δυσκολεύομαι να το χωνέψω, αντιβαίνω στις αρχές, δεν συνάδει με τις αρχές μου, πάει ενάντια στη συνείδησή μου, πάει κόντρα στη συνείδησή μου, δυσκολεύομαι να το πιστέψω, δυσκολεύομαι να το αποδεχτώ, δυσκολεύομαι να το πω

 

Search Tools