αβλεπί -> easily, unquestionably, in a breath, in a heartbeat, hands down, indisputably, without reservation, there is no question about that, sight unseen, sight-unseen

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 811625
    • Gender:Male
  • point d’amour
αβλεπί -> easily, unquestionably, hands down

Υπάρχουν (;) και οι τύποι αβλεπεί και αβλεπτί, αβλεπίς.
https://www.sarantakos.com/language/ablepei.html

Ασυζητητί, το δίχως άλλο, το πράμα δεν σηκώνει αντίρρηση (όρος σχηματισμένος κατά τα αρχαϊκά επιρρήματα εις -ί, πβ. αποινί, ασκαρδαμυκτί κ.λπ.).
Ορισμοί για: αβλεπί - slang.gr

αβλεπτί επίρρ. χωρίς να ρίξει κανείς ούτε μία ματιά (συνήθ. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να την καλοσκεφτεί κανείς λόγω μεγάλης εμπιστοσύνης). Επίσης αβλεπεί. [ΕΤΥΜ. < αρχ. άβλεπτώ, βλ. κ. αβλέπτημα].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη


Ανευρέσεις ελληνικές εφημερίδες
https://www.google.com/search?q=%22%CE%B1%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%AF%22&q=site%3Atovima.gr+OR+site%3Atanea.gr+OR+site%3Aenet.gr+OR+site%3Akathimerini.gr+OR+site%3Aavgi.gr+OR+site%3Anaftemporiki.gr+OR+site%3Aethnos.gr+OR+site%3Arizospastis.gr
« Last Edit: 09 Apr, 2020, 15:17:26 by spiros »


 

Search Tools