Author Topic: αβλεπτί -> easily, unquestionably, hands down, indisputably, without reservation, there is no question about that  (Read 290 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 699049
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
αβλεπτί -> easily, unquestionably, hands down, indisputably, without reservation, there is no question about that

Υπάρχουν (;) και οι τύποι αβλεπεί και αβλεπτί.

Ασυζητητί, το δίχως άλλο, το πράμα δεν σηκώνει αντίρρηση (όρος σχηματισμένος κατά τα αρχαϊκά επιρρήματα εις -ί, πβ. αποινί, ασκαρδαμυκτί κ.λπ.).
Ορισμοί για: αβλεπί - slang.gr

αβλεπτί επίρρ. χωρίς να ρίξει κανείς ούτε μία ματιά (συνήθ. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να την καλοσκεφτεί κανείς λόγω μεγάλης εμπιστοσύνης). Επίσης αβλεπεί. [ΕΤΥΜ. < αρχ. άβλεπτώ, βλ. κ. αβλέπτημα].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη