the whole lot -> όλα, τα πάντα, ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, οτιδήποτε, ό,τι μπορείς να φανταστείς, όλο το πακέτο, άπαντα, τα πάντα όλα, απαξάπαντα, της Παναγίας τα μάτια, της Παναγιάς τα μάτια

crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9014
    • Gender:Female
the whole lot -> όλα, τα πάντα, ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, οτιδήποτε, ό,τι μπορείς να φανταστείς, όλο το πακέτο, άπαντα

› informal all of something, or all of the people or things in a group:
I offered him some chocolate, and he ate the whole lot.
She's annoyed with the whole lot of you.
the whole lot - definition in the British English Dictionary & Thesaurus - Cambridge Dictionaries Online




 

Search Tools