marsh vs swamp

marianna_k

  • Newbie
  • *
    • Posts: 52
Καλησπέρα σας,

Έχω ένα μικρό θεματάκι με αυτούς τους δύο όρους.

Όπου ψάχνω στα ελληνικά βρίσκω ότι οι λέξεις βάλτος και έλος ουσιαστικά είναι συνώνυμες. Προσπαθώ να βρω αν υπάρχει κάποια μικρή διαφορά μεταξύ τους, αλλά δεν έχω καταλήξει κάπου.

Οι αγγλικοί όροι τώρα, μετά από ψάξιμο είδα ότι στη Β. Αμερική χρησιμοποιούνται με μια μικρή διαφορά στο νόημα. Εν τάχει, στα swamps υπάρχουν δέντρα, ενώ στα marshes όχι.

What is the difference between a swamp and a marsh?

Μήπως ξέρει κάποιος αν υπάρχει κάποια αντίστοιχη - έστω ελάχιστη - διαφορά και στους δικούς μας όρους;


Ευχαριστώ πολύ.
« Last Edit: 13 Feb, 2014, 20:28:41 by marianna_k »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813973
    • Gender:Male
  • point d’amour
swamp
noun
1 έλος , informal βάλτος (a piece of waterlogged ground; a bog or marsh)
2 αποτελμάτωση , ‘τέλμα’ (a situation or place fraught with difficulties and imponderables): A financial swamp Οικονομική αποτελμάτιση
verb
1 transitive κατακλύζω , πλημμυρίζω (to overwhelm, flood, or soak with water): The bathtub overflowed and swamped the bathroom Η μπανιέρα ξεχείλισε και κατάκλυσε το λουτρό A big wave swamped our boat Ένα μεγάλο κύμα πλημμύρισε τη βάρκα μας
2 intransitive κατακλύζομαι , πλημμυρίζω (to become swamped): Our boat swamped Η βάρκα μας πλημμύρισε
3 transitive ‘πνίγω’ (to overwhelm or make invisible etc. with an excess or large amount of something): He's swamped with work Πνίγεται στη δουλειά
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

swamp
ουσ. έλος, βάλτος, τέλμα, ρμ. κατακλύζω, πλημμυρίζω, βουλιάζω, (μεταφ.) κατακλύζω, πνίγω
Penguin Hellenews English-Greek dictionary

marsh
noun βάλτος , έλος (low wet land, often treeless and periodically inundated, characterized by a growth of grasses, sedges, cattails, and rushes): We must cross the marsh Πρέπει να διασχίσουμε το βάλτο
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

marsh
ουσ. έλος, βάλτος, τέλμα, marsh gas ελογενές αέριο, μεθάνιο
Penguin Hellenews English-Greek dictionary


έλος το [élos] Ο46 : εδαφική έκταση που καλύπτεται από αβαθή και λιμνάζοντα νερά μέσα στα οποία υπάρχουν γεώδεις και φυτικές ύλες· (πρβ. βάλτος, τέλμα).
[λόγ. < αρχ. ἕλος]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

έλος το. 1) Βάλτος: (Δούκ. 13123). 2) Δάσος, σύδεντρο: λέων ήδη φοβερός εξήλθεν εκ του έλους (Διγ. Z 2856). Η λ. και ως τοπων.: (Χρον. Μορ. P 2064). [αρχ. ουσ. έλος. Η λ. και σήμ.]
Λεξικό Κριαρά

βάλτος ο [váltos] Ο18 : τόπος που καλύπτεται από αβαθή, στάσιμα νερά· έλος, τέλμα1.
[μσν. βάλτος < σλαβ. *bolto (πρβ. βουλγ. blato) -ς]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

βάλτος ο — η. Έλος: δασέαν βάλτον (Διγ. Gr. 2074)· παράξω όλο βάλτος (Χρον. σουλτ. 11328). [<σλαβ. blato. Η λ. στο αρσ. το 12. αι. (LBG) και σήμ.]
Λεξικό Κριαρά



 

Search Tools