casser les os à quelqu'un -> αλλάζω τα φώτα, τραβάω ένα γερό χέρι ξύλο, κάνω βίδες, τραβάω ένα ξύλο, τουλουμιάζω στο ξύλο, κάνω του αλατιού, κάνω τόπι στο ξύλο, κάνω μπαλόνι στο ξύλο, μαυρίζω στο ξύλο, σακατεύω στο ξύλο, τρώω το ξύλο της αρκούδας, τουλουμιάζω, κάνω τουλούμι στο ξύλο, κάνω κομματάκια, τρώω ξύλο, τρώω βρωμόξυλο, κάνω μαύρο στο ξύλο, δίνω ένα γερό μπερντάκι, δίνω ένα γερό μπερτάχι, σπάω στο ξύλο, τσακίζω στο ξύλο, αλλάζω τον αδόξαστο, κάνω με τα κρεμμυδάκια, ξυλοφορτώνω

 

Search Tools