Ο Σφαγιαστής

KaterinaV

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 137
    • Gender:Female
Καλησπέρα σε όλους,

Χρειάζομαι τον ορισμό της λέξης 'σφαγιαστής' με όσες περισσότερες λεπτομέρειες και παραδείγματα γίνεται (έχω ήδη συμβουλευτεί τα λεξικά του Μπαμπινιώτη και Τριανταφυλλίδη).

Ευχαριστώ και συγνώμη που σας ζαλίζω σαββατιάτικα :)

Strawberries cherries and an angel´s kiss in spring, my summer wine is really made from all these things...


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69512
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
ΠΑΠΥΡΟΣ
σφαγιαστής
ο, Ν· (μτφ.) αυτός που καταστρέφει, που βλάπτει, που αδικεί («σφαγιαστής τής ανθρωπότητας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σφαγιάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόντού Άγγ. Βλάχου].

ΜΕΛ
σφαγιαστής
(ο) ουσ. που σφαγιάζει| (ιδ. μετ.) που αδικεί, που καταστρέφει

ΠΑΠΥΡΟΣ
σφαγιάζω
ΝΜΑ [σφάγιον]· σφάζω σε θυσία, θυσιάζω («τῷ Κρόνῳ παῑδα σφαγιάσας», Διόδ.)· || (νεοελλ.) 1. σφάζω, σκοτώνω· 2. (μτφ.) αφανίζω, καταστρέφω· || (αρχ.) (μέσ.) σφαγιάζομαι· προσφέρω θυσία («οἱ μὲν μάντεις ἐσφαγιάζοντο εἰς τὸν ποταμόν», Ξεν.).

ΛΚΝ
σφαγιάζω [sfajiázo] -ομαι P2.1 : 1α.(λόγ.) σφάζω1α. β. αντί του σφάζω1β, συνήθ. όταν πρόκειται για ανυπεράσπιστα άτομα και για να υπογραμμιστεί η αγριότητα της πράξης: Σφαγιάστηκαν αιχμάλωτοι και γυναικόπαιδα. 2. (μτφ.) α. καταπατώ βάναυσα τα δικαιώματα κάποιου: Σφαγιάζονται τα δίκαια του έθνους. β. αποκλείω, απορρίπτω μεγάλο ποσοστό ικανών υποψηφίων σε μια διαδικασία επιλογής: Kάθε χρόνο σφαγιάζονται χιλιάδες νέοι στις εξετάσεις για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. [λόγ. < αρχ. σφαγιάζω `σφάζω θύμα΄]

Το λεξικό Κριαρά τονίζει κυρίως την έννοια της παραβίασης δικαιωμάτων.
« Last Edit: 27 May, 2006, 14:09:48 by wings »



 

Search Tools