faire un sort -> ξεκάνω, εκάμνω, εξοντώνω, σκοτώνω, καθαρίζω, σκουπίζω, βγάζω, εξαλείφω, σβήνω, ξεχνώ, εξολοθρεύω, εξαφανίζω

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 759679
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV

Offline Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80229
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
ξεκάμνω, εξοντώνω, σκοτώνω, καθαρίζω, σκουπίζω, βγάζω, εξαλείφω, σβήνω, ξεχνώ, εξολοθρεύω, εξαφανίζω

Définitions : sort - Dictionnaire de français Larousse
http://la-conjugaison.nouvelobs.com/definition/faire_un_sort_a_une_chose.php
Faire un sort à quelque chose

Παράδειγμα: Faire un sort à une bouteille -> εξαφανίζω το μπουκάλι, το ήπια όλο, δεν έμεινε τίποτα
Communicate. Explore potentials. Find solutions.



 

Search Tools